Τρίτη, 3 Μαρτίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Στη σκιά μιας νέας γεωπολιτικής καταιγίδας: Η σύγκρουση ΗΠΑ – Ισραήλ κατά του Ιράν και η θέση της Ελλάδας

Του Ανδρέα Βορύλλα, Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ

Η εν εξελίξει στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, επαναφέρει τη Μέση Ανατολή στο επίκεντρο μιας επικίνδυνης γεωπολιτικής αναμέτρησης. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν μπορεί να ιδωθεί μονοδιάστατα ως ακόμη ένα επεισόδιο της μακράς εχθρότητας μεταξύ Τελ Αβίβ και Τεχεράνης ή ως μια πράξη αποτροπής έναντι του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Αντιθέτως, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο παγκόσμιου ανταγωνισμού ισχύος, ενεργειακών ισορροπιών και στρατηγικής ανάσχεσης της κινεζικής επιρροής.

Η άμεση διάσταση: ασφάλεια και αποτροπή

Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ υποστηρίζουν ότι η στρατιωτική τους ενέργεια συνδέεται με την ανάγκη αποτροπής απειλών που απορρέουν από το πυρηνικό και βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν, καθώς και από τη δράση ιρανικών δικτύων επιρροής στην περιοχή. Το επιχείρημα αυτό δεν είναι αμελητέο. Η προοπτική απόκτησης πυρηνικής στρατιωτικής ικανότητας από μια περιφερειακή δύναμη με επαναστατική – αντιδυτική ιδεολογική ταυτότητα και συγκρουσιακή εξωτερική πολιτική εγείρει αντικειμενικές ανησυχίες.

Ωστόσο, η στρατιωτική επιλογή ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Η Μέση Ανατολή αποτελεί ήδη μια από τις πιο εύφλεκτες γεωπολιτικές ζώνες του πλανήτη. Κάθε ευθεία αντιπαράθεση μεταξύ κρατών με ισχυρές στρατιωτικές δυνατότητες μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις: από ενεργοποίηση συμμαχιών και πληρεξουσίων δυνάμεων μέχρι διατάραξη θαλάσσιων οδών και ενεργειακών υποδομών.

Οι οικονομικές επιπτώσεις: ενέργεια, πληθωρισμός, αβεβαιότητα

Το Ιράν αποτελεί κρίσιμο παίκτη στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά. Ακόμη και υπό καθεστώς κυρώσεων, η χώρα διατηρεί σημαντική παραγωγική ικανότητα σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Οποιαδήποτε διαταραχή στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου — είτε μέσω άμεσων πληγμάτων είτε μέσω απειλής στα Στενά του Ορμούζ — έχει άμεσο αντίκτυπο στις διεθνείς τιμές ενέργειας.

Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου δεν είναι απλώς ζήτημα αριθμών στα χρηματιστήρια. Μεταφράζεται σε υψηλότερο κόστος μεταφορών, αυξημένο ενεργειακό κόστος για βιομηχανίες, αναθέρμανση πληθωριστικών πιέσεων και επιβράδυνση της ανάπτυξης, ιδίως σε ευρωπαϊκές οικονομίες που ήδη δοκιμάζονται από διαδοχικές κρίσεις. Η αστάθεια ενισχύει τη μεταβλητότητα των αγορών, αποθαρρύνει επενδύσεις και εντείνει τον γεωοικονομικό κατακερματισμό.

Μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να επιταχύνει την αναδιάταξη ενεργειακών διαδρομών και να ενισχύσει την τάση δημιουργίας κλειστών γεωοικονομικών μπλοκ. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος κερδίζει στρατιωτικά, αλλά ποιος αντέχει οικονομικά.

Η λιγότερο ορατή πτυχή: Κίνα – Ιράν και ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων

Πέρα από τα άμεσα επιχειρήματα ασφαλείας, υπάρχει και μια βαθύτερη γεωστρατηγική διάσταση. Οι σχέσεις μεταξύ Κίνας και Ιράν έχουν ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Μακροπρόθεσμες συμφωνίες προβλέπουν τη σταθερή προμήθεια κινεζικής αγοράς με ιρανικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ενώ σε αντάλλαγμα το Πεκίνο έχει δεσμευθεί για εκτεταμένες επενδύσεις σε ιρανικές υποδομές — από ενέργεια και μεταφορές έως λιμάνια και τηλεπικοινωνίες.

Οι συμφωνίες αυτές εντάσσονται στη στρατηγική της Κίνας για εδραίωση χερσαίων και θαλάσσιων διαδρόμων στο πλαίσιο της ευρύτερης ευρασιατικής της παρουσίας. Για την Ουάσιγκτον, η ενίσχυση κρίσιμων ενεργειακών δεσμών μεταξύ Πεκίνου και Τεχεράνης ενδέχεται να θεωρείται στοιχείο που υπονομεύει τη δυτική επιρροή στη Μέση Ανατολή.

Η πολιτική των ΗΠΑ για συγκράτηση της κινεζικής επέκτασης δεν περιορίζεται στον Ειρηνικό. Αφορά και τον έλεγχο κρίσιμων κόμβων ενέργειας, τεχνολογίας και μεταφορών. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποδυνάμωση ή ο περιορισμός στρατηγικών εταίρων της Κίνας αποκτά ευρύτερη σημασία. Οι εξελίξεις στη Νότια και Κεντρική Ασία — συμπεριλαμβανομένων των εντάσεων μεταξύ Αφγανιστάν και Πακιστάν, χώρας που διατηρεί στενή στρατηγική συνεργασία με το Πεκίνο — εντάσσονται σε ένα πολύπλοκο πλέγμα ανταγωνισμών, όπου τα περιφερειακά επεισόδια διασταυρώνονται με τις επιδιώξεις των μεγάλων δυνάμεων.

Δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί η σύγκρουση αποκλειστικά σε έναν παράγοντα. Ωστόσο, η γεωπολιτική πραγματικότητα δείχνει ότι οι σημερινές κρίσεις σπανίως είναι αποκομμένες από τον ευρύτερο ανταγωνισμό ΗΠΑ – Κίνας.

Η αφωνία της Ευρώπης

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η σχετική αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διατυπώσει μια ενιαία, ισχυρή και στρατηγικά αυτόνομη θέση. Παρά το γεγονός ότι οι οικονομικές και ενεργειακές συνέπειες αγγίζουν πρωτίστως την Ευρώπη, η αντίδραση παραμένει κατακερματισμένη και χαμηλών τόνων. Η απουσία κοινής εξωτερικής πολιτικής με ουσιαστικό γεωπολιτικό βάρος υπογραμμίζει το διαχρονικό έλλειμμα στρατηγικής αυτονομίας της Ένωσης σε κρίσιμες διεθνείς εξελίξεις.

Η ελληνική θέση: μεταξύ σταθερότητας και ευκαιρίας

Η Ελλάδα δεν συμμετέχει με στρατιωτικές δυνάμεις στη σύγκρουση. Κατά συνέπεια, δεν επηρεάζεται άμεσα σε επιχειρησιακό επίπεδο.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η επικείμενη παρουσία δύο ελληνικών φρεγατών και δύο μαχητικών F-16 στην Κύπρο, στον απόηχο επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη κατά βρετανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στο νησί. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει το αποτρεπτικό αποτύπωμα του ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο και λειτουργεί ως μήνυμα σταθερότητας σε μια περίοδο αυξημένης ρευστότητας. Ταυτόχρονα, απαιτείται προσεκτικός χειρισμός ώστε η παρουσία αυτή να παραμείνει στο πλαίσιο αμυντικής συνεργασίας και προστασίας κρίσιμων υποδομών, χωρίς να εκληφθεί ως κλιμάκωση. Σε κάθε περίπτωση, αναδεικνύεται η αυξανόμενη στρατηγική σημασία της Κύπρου ως κόμβου ασφαλείας και επιχειρησιακής ετοιμότητας στην ευρύτερη περιοχή.

Πάντως, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι η χώρα μας παραμένει εκτός των συνεπειών της στρατιωτικής επιχείρησης των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν.

Πρώτον, οι οικονομικές επιπτώσεις — ιδίως στον τομέα της ενέργειας — αγγίζουν άμεσα την ελληνική οικονομία, η οποία εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από εισαγόμενους ενεργειακούς πόρους. Δεύτερον, η γεωστρατηγική θέση της χώρας μας την καθιστά κρίσιμο κρίκο στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Η Naval Support Activity Souda Bay, στην Κρήτη, παρέχει σημαντικές διευκολύνσεις στις αμερικανικές δυνάμεις. Ο ρόλος της ως κόμβου υποστήριξης επιχειρήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια. Η πραγματικότητα αυτή δημιουργεί τόσο ευθύνες όσο και δυνατότητες.

Η ελληνική διπλωματία οφείλει να είναι ενεργή, όχι παθητική. Η παροχή στρατηγικών διευκολύνσεων σε έναν ισχυρό σύμμαχο πρέπει να συνοδεύεται από σαφή διπλωματικά και γεωπολιτικά ανταλλάγματα: ενίσχυση της αποτρεπτικής μας ικανότητας, εμβάθυνση αμυντικής συνεργασίας, στήριξη σε κρίσιμα εθνικά ζητήματα και αναβάθμιση της χώρας μας ως πυλώνα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει τη συγκυρία για να ενισχύσει τον ρόλο της ως αξιόπιστου διαμεσολαβητή και γέφυρας μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής. Παράλληλα, οφείλει να διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με όλες τις πλευρές, στηρίζοντας σταθερά το διεθνές δίκαιο και τη διπλωματική επίλυση διαφορών.

Ρεαλισμός χωρίς αυταπάτες

Η σύγκρουση ΗΠΑ – Ισραήλ – Ιράν δεν είναι ένα απομονωμένο γεγονός. Αντανακλά τη μετάβαση σε μια εποχή αυξημένου ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, όπου η ενέργεια, οι υποδομές και οι γεωπολιτικές συμμαχίες αποτελούν πεδία σύγκρουσης.

Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι διπλή: να προστατεύσει την οικονομική της σταθερότητα και τα εθνικά της συμφέροντα, αποφεύγοντας ταυτόχρονα την παγίδευση σε μονοδιάστατες επιλογές. Η στρατηγική ψυχραιμία, η ενεργή διπλωματία και η ρεαλιστική αξιολόγηση του διεθνούς περιβάλλοντος αποτελούν τα βασικά εργαλεία.

Σε μια περίοδο όπου οι παγκόσμιες ισορροπίες αναδιαμορφώνονται, η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι απλός παρατηρητής. Οφείλει να είναι παράγοντας σταθερότητας — αλλά και χώρα που γνωρίζει να αξιοποιεί τις γεωπολιτικές της υπεραξίες προς όφελος της εθνικής της στρατηγικής.