epikaira.gr
Η εικόνα που προκύπτει από την έκθεση της Vouli Watch για τις συμβάσεις συμβουλευτικών υπηρεσιών στο ελληνικό Δημόσιο την περίοδο 2017–2025 δεν αφήνει περιθώρια για εφησυχασμό. Τα δεδομένα του Κεντρικού Ηλεκτρονικού Μητρώου Δημοσίων Συμβάσεων (ΚΗΜΔΗΣ) καταγράφουν 3.079 συμβάσεις, συνολικής αξίας 1.559.326.602 ευρώ, οι οποίες ανατέθηκαν σε 1.266 διαφορετικές εταιρείες. Πίσω από τους αριθμούς αυτούς διαφαίνεται μια βαθιά μετατόπιση στον τρόπο λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης — και ένα σοβαρό ερώτημα για τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος.Το συνολικό ύψος των δαπανών, που υπερβαίνει το 1,5 δισ. ευρώ, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν εξεταστεί η χρονική του κατανομή. Μέχρι και το 2019, η ετήσια αξία των συμβάσεων κινούνταν κάτω από τα 100 εκατ. ευρώ, με σχετικά ήπιες αυξομειώσεις. Η χρήση συμβουλευτικών υπηρεσιών, αν και υπαρκτή, δεν είχε εκρηκτικά χαρακτηριστικά.
Η εικόνα αλλάζει ριζικά από το 2021 και μετά. Η συνολική αξία των συμβάσεων υπερδιπλασιάζεται σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, ενώ την περίοδο 2023–2025 καταγράφονται οι υψηλότερες ετήσιες δαπάνες, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις προσεγγίζουν ή και υπερβαίνουν τα 600 εκατ. ευρώ. Δεν πρόκειται για μια γραμμική, σταδιακή αύξηση. Πρόκειται για ποιοτική μεταβολή στον ρόλο των συμβουλευτικών υπηρεσιών: από συμπληρωματικό εργαλείο υποστήριξης, μετατρέπονται σε κεντρικό πυλώνα άσκησης δημόσιας πολιτικής.Αξίζει να σημειωθεί ότι η μέση αξία σύμβασης διαμορφώνεται περίπου στις 518.000 ευρώ. Ωστόσο, ο μέσος αυτός όρος επηρεάζεται έντονα από ασυμμετρία: λίγες πολύ μεγάλες συμβάσεις ανεβάζουν δυσανάλογα το συνολικό ποσό. Το κρίσιμο εύρημα είναι ότι η εκτόξευση της συνολικής δαπάνης δεν συνοδεύεται από ανάλογη αύξηση στον αριθμό των συμβάσεων. Αυτό σημαίνει ότι το Δημόσιο δεν υπογράφει απλώς περισσότερες συμφωνίες· υπογράφει πολύ ακριβότερες συμφωνίες. Η αύξηση οφείλεται κυρίως σε συμβάσεις υψηλής αξίας, πιθανώς μεγαλύτερης διάρκειας και αυξημένης πολυπλοκότητας.
Το στοιχείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία αφορά τη διαδικασία ανάθεσης. Από τις 3.079 συμβάσεις, οι 1.920 —δηλαδή το 62,4%— πραγματοποιήθηκαν με απευθείας ανάθεση. Με άλλα λόγια, σχεδόν δύο στις τρεις συμβάσεις δεν προέκυψαν κατόπιν ανοικτής και ανταγωνιστικής διαδικασίας. Η απευθείας ανάθεση αποτελεί θεμιτό εργαλείο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Όταν όμως μετατρέπεται σε κυρίαρχη πρακτική, δημιουργεί σοβαρά ζητήματα διαφάνειας, ισότιμης πρόσβασης και υγιούς ανταγωνισμού.
Παρά το γεγονός ότι 1.266 διαφορετικές εταιρείες εμφανίζονται ως ανάδοχοι, η συνύπαρξη υψηλού ποσοστού απευθείας αναθέσεων και συγκέντρωσης σημαντικού μέρους της συνολικής αξίας σε περιορισμένο αριθμό συμβάσεων υποδηλώνει ότι η τυπική πολυπληθία δεν ισοδυναμεί με ουσιαστικό ανταγωνισμό. Η αγορά μπορεί να φαίνεται πολυδιάσπαρτη αριθμητικά, αλλά οικονομικά παρουσιάζει στοιχεία συγκέντρωσης.
Η απότομη διεύρυνση των δαπανών με ετήσια ποσά που αγγίζουν ή υπερβαίνουν τα 600 εκατ. ευρώ, καθιστά τις συμβουλευτικές υπηρεσίες έναν από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους τομείς δημόσιας πολιτικής. Το γεγονός αυτό έχει άμεσες επιπτώσεις στη δημοσιονομική διαχείριση. Σε μια περίοδο κατά την οποία η κοινωνία αντιμετωπίζει αυξημένες ανάγκες σε υγεία, παιδεία και κοινωνική προστασία, η διοχέτευση τόσο σημαντικών πόρων σε εξωτερικούς συμβούλους απαιτεί πειστική τεκμηρίωση.Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο δημοσιονομικό. Είναι βαθιά θεσμικό. Όταν το κράτος βασίζεται ολοένα και περισσότερο σε εξωτερικούς παρόχους για τον σχεδιασμό, την υλοποίηση ή την αξιολόγηση πολιτικών, εγείρεται το ερώτημα της διοικητικής του αυτονομίας. Ενισχύεται η εσωτερική ικανότητα της δημόσιας διοίκησης ή δημιουργείται σταδιακά μια δομική εξάρτηση από ιδιωτικές εταιρείες;
Η παρατηρούμενη τάση δεν αποτελεί απλώς ένα περιγραφικό εύρημα. Συνιστά στρατηγική επιλογή με μακροπρόθεσμες συνέπειες. Ο υπερδιπλασιασμός των δαπανών μετά το 2021 και η κορύφωσή τους την περίοδο 2023–2025 υποδηλώνουν αλλαγή μοντέλου διακυβέρνησης. Ένα μοντέλο στο οποίο ο ρόλος των συμβούλων διευρύνεται θεαματικά, χωρίς όμως να προκύπτει αντίστοιχη ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου και αξιολόγησης.Η θεσμική λογοδοσία δεν εξαντλείται στη νομιμότητα των διαδικασιών. Αφορά την αναγκαιότητα, την αποδοτικότητα και τη μετρήσιμη προστιθέμενη αξία κάθε σύμβασης. Με 1,559 δισ. ευρώ συνολική δαπάνη, μέση αξία σύμβασης 518.000 ευρώ και 62,4% απευθείας αναθέσεις, η συζήτηση για τη διαφάνεια και τη στρατηγική κατεύθυνση του κράτους δεν μπορεί να παραμείνει στο περιθώριο.
Οι αριθμοί της έκθεσης λειτουργούν ως καθρέφτης πολιτικών επιλογών. Και αυτοί οι αριθμοί δείχνουν ότι το ελληνικό Δημόσιο έχει εισέλθει σε μια περίοδο εντατικής εξωτερικής ανάθεσης, με αυξημένο δημοσιονομικό αποτύπωμα και περιορισμένο ανταγωνισμό. Το ερώτημα που ανακύπτει δεν είναι αν χρειάζονται σύμβουλοι. Είναι αν το κράτος κινείται προς μια πιο αποτελεσματική και διαφανή διοίκηση ή προς ένα μοντέλο όπου η εξάρτηση από ιδιωτικές υπηρεσίες γίνεται ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.





