Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Η Ελλάδα υπό πίεση: Η τουρκική αμυντική διείσδυση στα Βαλκάνια και ο νέος στρατηγικός ανταγωνισμός

Του Κώστα Παππά

Η ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας μεταξύ Τουρκία και Σερβία , αλλά και συνολικά της τουρκικής παρουσίας στα Βαλκάνια διαμορφώνει ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον που προκαλεί εύλογη ανησυχία στην Αθήνα. Πρόκειται  για έναν εντεινόμενο στρατηγικό ανταγωνισμό, ο οποίος περιορίζει τα περιθώρια κινήσεων της ελληνικής διπλωματίας σε μια περιοχή όπου παραδοσιακά διατηρούσε ισχυρά ερείσματα.

Για δεκαετίες, η Ελλάδα προέβαλλε τον ρόλο της ως σταθερός πυλώνας του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκή Ένωσης στα Βαλκάνια. Σήμερα, όμως, χώρες όπως η Σερβία βλέπουν στην Άγκυρα μια εναλλακτική πηγή στρατιωτικής τεχνολογίας και εξοπλισμών, χωρίς τους αυστηρούς πολιτικούς και θεσμικούς όρους που συχνά συνοδεύουν τις ευρωπαϊκές ή αμερικανικές συμφωνίες. Η προμήθεια drones, ραντάρ ή πυραυλικών συστημάτων από την Τουρκία συνεπάγεται πολυετή δέσμευση σε επίπεδο εκπαίδευσης, ανταλλακτικών, τεχνικής υποστήριξης και επιχειρησιακού δόγματος. Με άλλα λόγια, δημιουργεί σχέσεις εξάρτησης που δυσκολεύουν την ανάπτυξη παράλληλων ελληνικών πρωτοβουλιών στον τομέα της άμυνας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η Τουρκία διαθέτει πλέον ενεργές ή υπό διαμόρφωση αμυντικές συμφωνίες με όλους σχεδόν τους βόρειους γείτονες της Ελλάδας: Αλβανία, Κόσοβο, Βόρεια Μακεδονία και Σερβία. Αυτή η γεωγραφική «αλυσίδα» συνεργασιών ενισχύει την τουρκική επιρροή όχι μόνο στο Αιγαίο, αλλά και στον βαλκανικό χώρο, δημιουργώντας στην ελληνική οπτική έναν κλοιό στρατηγικής πίεσης.

Παράλληλα, η Άγκυρα δεν περιορίζεται σε στρατιωτικές συμφωνίες. Συνδέει την αμυντική συνεργασία με ευρύτερα πακέτα οικονομικών και επενδυτικών σχέσεων: υποδομές, ενέργεια, μεταφορές. Ο στόχος για διμερές εμπόριο 5 δισ. δολαρίων έως το 2026 μεταξύ Τουρκίας και Σερβίας υπερβαίνει αισθητά τα αντίστοιχα ελληνικά μεγέθη, ενισχύοντας την εικόνα της Τουρκίας ως «απαραίτητου εταίρου» στο Βελιγράδι.

Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα επενδύει στρατηγικά στην ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων, θεωρώντας ότι η ένταξη στην ΕΕ αποτελεί το πιο σταθερό πλαίσιο ασφάλειας και συνεργασίας. Αντιθέτως, η Τουρκία προωθεί εναλλακτικά σχήματα περιφερειακής συνεργασίας, βασισμένα στη λογική της «regional ownership», προβάλλοντας το μήνυμα ότι τα βαλκανικά κράτη μπορούν να επιλύουν τα ζητήματά τους χωρίς τη διαμεσολάβηση των Βρυξελλών.

Το αποτέλεσμα είναι ένα σύνθετο γεωπολιτικό τοπίο, όπου η Ελλάδα καλείται να επαναπροσδιορίσει τα εργαλεία επιρροής της, απέναντι σε μια Τουρκία που αξιοποιεί την αμυντική της βιομηχανία ως μοχλό στρατηγικής διείσδυσης και περιφερειακής αναβάθμισης.