Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Ο Γκάντι και η πολιτική βία

O Μοχάντας «Μαχάτμα» Γκάντι (1869-1948) είναι μία από τις πιο μυθοποιημένες
φιγούρες του εικοστού αιώνα. Από τα εκατοντάδες βιβλία που έχουν γραφτεί γι’ αυτόν, η
συντριπτική πλειονότητα είναι αφελείς αγιογραφίες που υπεκφεύγουν ή παρακάμπτουν
αυτό το οποίο κυρίως ήταν: ένας πολιτικός ηγέτης αντιαποικιακού αγώνα, και μια
απελπιστικά αντιφατική προσωπικότητα. Ελάχιστες τέτοιες μελέτες έχουν την ευθυβολία
και τη ρεαλιστική διερεύνηση του ιδεολογικού του κόσμου που μας προσφέρει η
μονογραφία τού Νόρμαν Φίνκελστιν, ένα σύντομο αλλά εξαιρετικά περιεκτικό βιβλίο
που κυκλοφόρησε το 2012 με τίτλο Τί λέει ο Γκάντι, για τη μη βία, την αντίσταση και το
θάρρος.

Ο Νόρμαν Φίνκελστιν (Norman Finkelstein, γεν. 1953) είναι μία από τις
γενναιότερες μορφές διανοουμένου στις σημερινές ΗΠΑ. Γόνος Εβραίων επιζώντων του
ναζιστικού Ολοκαυτώματος ο ίδιος, πολιτικός επιστήμονας με διδακτική εμπειρία σε
πολλά αμερικανικά πανεπιστήμια, έχει αφιερώσει τη ζωή του στη μελέτη της
ισραηλοπαλαιστινιακής σύγκρουσης και το έργο του είναι μία από τις δριμύτερες
κριτικές της σιωνιστικής ιδεολογίας και πολιτικής. Έγινε ευρύτερα γνωστός το 2000 με
την έκδοση του βιβλίου του Η βιομηχανία του Ολοκαυτώματος Σκέψεις σχετικά με την
εκμετάλλευση της εβραϊκής οδύνης, 2 όπου καταγγέλλει τους τρόπους με τους οποίους η
μνήμη του Ολοκαυτώματος αξιοποιείται ως ιδεολογικό όπλο για να παρέχει στο Ισραήλ
ασυλία από την κριτική. Έχει αποκαλέσει το Ισραήλ «εβραιοσωβινιστικό κράτος» με
πρακτικές απαρτχάιντ, και έφτασε να συγκρίνει την ισραηλινή πολιτική έναντι των
Παλαιστινίων με τις φρικαλεότητες των ναζί. Το 2008 η ισραηλινή κυβέρνηση του
απαγόρευσε την είσοδο στη χώρα για δέκα χρόνια, ενώ την ίδια εποχή η μακρόχρονη δημόσια διαμάχη του με τον σιωνιστή ακαδημαϊκό Άλαν Ντέρσοβιτς είχε ως συνέπεια τη
διακοπή της ακαδημαϊκής του καριέρας.

Το βιβλίο του Φίνκελστιν για τον Γκάντι είναι προφανώς μια εξαίρεση στη
θεματική που διατρέχει το σύνολο των γραπτών του. Ή μήπως όχι; Όπως ο ίδιος λέει
ρητά, άρχισε να διαβάζει τον Γκάντι προκειμένου να σκεφτεί μια μη βίαιη στρατηγική
για τον τερματισμό τα ισραηλινής κατοχής των παλαιστινιακών εδαφών. «Αλλά»,
προσθέτει, «το πεδίο εφαρμογής των ιδεών του Γκάντι έχει σήμερα διευρυνθεί κατά πολύ
με την εμφάνιση της Αραβικής άνοιξης και των κινημάτων μη βίαιης αντίστασης σε
ολόκληρο τον κόσμο» (σελ. 10). Την ώρα που ο Φίνκελστιν γράφει αυτές τις γραμμές
άλλωστε, στην πόλη του, τη Νέα Υόρκη, ξετυλίγεται ένα άλλο κίνημα που η χρονική του
συνέχεια με τις «Αραβικές ανοίξεις» δεν ήταν τυχαία: το κίνημα «Occupy» του 2011, στο
οποίο αφιερώνει επίσης λίγες σποραδικές σκέψεις.

Ολοφάνερα, το πρόβλημα που απασχολεί φορτικά τον Φίνκελστιν είναι η βία ως
μέσον πολιτικής ανατροπής – ακριβέστερα, η συμβατότητα της βίας ως μέσου με έναν
απώτερο απελευθερωσιακό σκοπό. Και αυτή η ερωτηματοθεσία οδηγεί αναπόφευκτα
στον Γκάντι, που ήταν εκείνος ο οποίος θεματοποίησε με τον οξύτερο τρόπο αυτό το
οδυνηρό ζήτημα. Η στρατηγική τής σατυαγκράχα («μη βίαιη αντίσταση») του Γκάντι
είναι διάσημη, ωστόσο γεννά πολλά και βασανιστικά ερωτηματικά. Ήταν πράγματι τόσο
«μη βίαιη» όσο διατεινόταν ή μήπως εμπεριείχε κρυμμένες πτυχές ηθικού εξαναγκασμού,
δηλαδή ψυχολογικής βίας; Ήταν μια μορφή αυτοθυσιαστικού ηρωισμού ή μήπως ένα
απλό περικάλυμμα της δειλίας; Αν ήταν το πρώτο, μήπως αντιπροσώπευε ένα
υπερβολικά υψηλό ιδεώδες που είναι ανέφικτο για τους περισσότερους κοινούς
ανθρώπους; Και, τελικά, είναι λυσιτελής ως προς τον σκοπό της; Ήταν η μη βίαιη
αντίσταση των οπαδών του Γκάντι εκείνη που έδιωξε τους ιμπεριαλιστές Βρετανούς από
την Ινδία, ή μήπως αυτό έγινε λόγω «αντικειμενικών» υλικοϊστορικών παραγόντων που
έχουν σχέση με την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στο διεθνές σύστημα μετά τον
Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο; Και πόσο η ιδιάζουσα στρατηγική του Γκάντι και του
Ινδικού Κογκρέσου συνέβαλε σ’ αυτό;

Τέτοια ερωτήματα δεν έχουν προαποφαασισμένη απάντηση. Και για να
διερευνήσει τις πολλές και αντικρουόμενες όψεις τους, ο Φίνκελστιν επιχειρεί μια
διεξοδική ανάγνωση του Γκάντι, επικεντρωμένη στα κείμενα ιδίως της περιόδου 1930-1947, «όταν το δόγμα τού Γκάντι τέθηκε στη σκληρότερη δοκιμασία του». Το πρώτο που
πρέπει να πούμε είναι ότι δεν πρόκειται για μια εξυμνητική ανάγνωση: προσπαθεί να
διακρίνει τις «σκιερές» πλευρές πίσω από την παραπλανητικά απλή διακήρυξη της
αχίμσα («μη βία»), και να αναδείξει τη συνθετότητα της προσωπικότητας του Γκάντι με
όλες τις ιλιγγιώδεις αντιφάσεις της. Για τον Φίνκελστιν, ο Γκάντι ήταν προπαντός ένας
ευφυής τακτικιστής, που ήξερε να αποσπά συναινέσεις και να εκμεταλλεύεται προς
όφελος του σκοπού του τη διακύμανση των περιστάσεων. Αυτό μπορούσε να συνυπάρχει
με μιαν αφοπλιστική αφέλεια —όπως όταν έστειλε επιστολή στον Χίτλερ προσπαθώντας
«να λιώσει την καρδιά του»— και με αλληλοαναιρούμενες θέσεις στα ίδια ζητήματα –
όπως όταν υποστήριξε την προσπάθεια των Συμμάχων στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο
με το επιχείρημα ότι μια νίκη του Άξονα θα ήταν πολύ χειρότερη, ενώ την άλλη στιγμή
συμβούλευε τις ευρωπαϊκές χώρες να μην αντισταθούν στη ναζιστική εισβολή γιατί η
πρόταξη βίας θα είχε καταστροφικότερα αποτελέσματα για τις ίδιες, και μια τρίτη στιγμή
διατεινόταν ότι «ο Χίτλερ και ο Τσώρτσιλ είναι στην πράξη το ίδιο πράγμα» και ότι ο
ίδιος είχε να πολεμήσει τον ναζισμό και τον φασισμό εξίσου με τον υποδουλωτικό
ιμπεριαλισμό… Απέρριπτε τον κομμουνισμό ομολογώντας την ίδια στιγμή ότι δεν είχε
διαβάσει κανέναν από τους θεωρητικούς του, ή αποκήρυσσε τον κινηματογράφο ενώ
παραδεχόταν ότι δεν είχε ποτέ δει κινηματογραφική ταινία… Υπάρχει ακόμα ένας
έκδηλος αυταρχισμός στον τρόπο με τον οποίον ο Γκάντι απευθυνόταν στο κοινό του,
ιδίως όταν παρέπεμπε σε μια «εσωτερική φωνή» (μας θυμίζει το «δαιμόνιο» του
Σωκράτη) που, ως οιονεί «θεϊκή», δεν επιδέχεται ούτε αναίρεση ούτε κριτική· και από
τον Φίνκελστιν δεν διαφεύγει ούτε η αντίστροφη όψη αυτού του αυταρχισμού στην
ψυχολογία τού Γκάντι, μια μορφή ηθικού μαζοχισμού που μπορούσε να καταλήγει σε
αληθινή λατρεία του θανάτου.

Υπάρχουν πολλές άλλες τέτοιες εξονυχιστικές διερευνήσεις στο βιβλίο, που
δείχνουν τη σοβαρότητα με την οποία ο Φίνκελστιν αντιμετώπισε το φαινόμενο Γκάντι –
και δεν παραλείπει βεβαίως να παραθέσει τις εκτιμήσεις του Γκάντι για τον σιωνιστικό
αποικισμό της Παλαιστίνης: προς τιμήν του (και παρά τις παραποιήσεις που εκ των
υστέρων επιχειρήθηκαν στις απόψεις του), ο Γκάντι δεν δεχόταν ότι οι Εβραίοι είχαν
τίτλο κυριότητας στην Παλαιστίνη και υποστήριζε ότι, αν αποφάσιζαν να εγκατασταθούν χωρίς να ζητήσουν τη συγκατάθεση του ντόπιου πληθυσμού, «είναι συνένοχοι με τους
Βρετανούς στη λεηλασία ενός λαού που δεν τους έχει κάνει κανένα κακό» (σελ. 75).
Ο Φίνκελστιν δεν αμφισβητεί ούτε την ειλικρίνεια του Γκάντι ούτε τις εξαιρετικές
του ανθρώπινες ποιότητες ούτε τη βαθύτερη συνέπεια όλων του των πράξεων σε σχέση
με τον βαθύτερο σκοπό του, μια ελεύθερη και ειρηνευμένη Ινδία. Πάνω απ’ όλα,
ωστόσο, αναδεικνύει αυτό που κατά τη γνώμη του είναι το κύριο θέμα όλης της
συζήτησης. Όπως το διατυπώνει προγραμματικά στην Εισαγωγή του (και το τεκμηριώνει
σε διάφορα σημεία της πραγμάτευσης): «Ο αληθινός Γκάντι όντως απεχθανόταν τη βία,
αλλά περισσότερο από τη βία απεχθανόταν τη δειλία. Αν οι οπαδοί του δεν μπορούσαν
να βρουν τα εσωτερικά εφόδια για ν’ αντισταθούν μη βίαια, τότε αυτός τους παρότρυνε
να βρουν το θάρρος να χτυπήσουν εκείνους που τους επιτίθονταν ή τους πρόσβαλλαν. Αν
ο Γκάντι κήρυσσε ταυτόχρονα τις αρετές της μη βίας και του θάρρους, ήταν επειδή
πίστευε πως η μη βία απαιτούσε περισσότερο θάρρος απ’ όσο η βία […] Εκείνοι που
χρησιμοποιούσαν τη μη βία όχι για να αντισταθούν, αλλά ως πρόσχημα για να
υπεκφύγουν μιαν αναμέτρηση, ήταν, σύμφωνα με τον Γκάντι, τα πιο αξιοκαταφρόνητα
ανθρώπινα πλάσματα, ανάξια για ζωή» (σελ. 8).

Στο ζήτημα αυτό που τον απασχολεί τόσο κεντρικά, και που έδωσε στην
πραγματικότητα το έναυσμα για ν’ ασχοληθεί με τον Γκάντι, ο Φίνκελστιν βλέπουμε ότι
παραμένει αμφίθυμος. Χαρακτηριστική είναι η κατακλείδα της πραγμάτευσής του: «Μία
κεντρική αυταπάτη του δόγματος του Γκάντι είναι ότι η μη βίαιη αντίσταση στο κακό δεν
είναι μόνο πιο ηθική από τη βία, αλλά και θα μπορούσε να επιτύχει τα ίδια
αποτελέσματα. Το δικαστήριο της ιστορίας δεν έχει ακόμη αποφανθεί γι’ αυτό. Είναι
σίγουρα αμφίβολο, όπως έδειξε η Αρούντατι Ρόυ, ότι η μη βίαιη αντίσταση μπορεί να
πετύχει οποιαδήποτε αποτελέσματα εναντίον ενός ανελέητου εχθρού που δρα έξω από τα
φώτα του δημόσιου ελέγχου. Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με σιγουριά είναι ότι τα
αποτελέσματα της βίαιης αντίστασης έχουν σταθεί στην καλύτερη περίπτωση ανάμικτα»
(σελ. 95-6, υπογραμμίσεις δικές μου)· και τελειώνει με κάτι που ακούγεται σαν ευχή:
«Όσο μακρύτερα προχωρήσει χωρίς βία, τόσο πιο πιθανό είναι ότι ο νέος κόσμος θα
είναι καλύτερος».

Αυτή η σκεπτική στάση του Νόρμαν Φίνκελστιν απέναντι στο ζήτημα της
πολιτικής βίας επρόκειτο να δοκιμαστεί με ακραίο τρόπο προσφάτως, ενόψει της ανατριχιαστικής γενοκτονίας που επέβαλε το κράτος του Ισραήλ στον παλαιστινιακό
πληθυσμό της Γάζας, με πρόσχημα την «τρομοκρατική επίθεση» (στην πραγματικότητα,
μια απονενοημένη προσπάθεια εξόδου) των αντιστασιακών παλαιστινιακών οργανώσεων
της 8 ης Οκτωβρίου 2023. Στην ελληνική έκδοση του βιβλίου έχει προστεθεί ως
Παράρτημα μια συνέντευξη που έδωσε ο Νόρμαν Φίνκελστιν στις 5 Μαρτίου 2025 3 με
θέμα αυτά ακριβώς τα φρικιαστικά γεγονότα. Δεν αρνείται ότι υπήρξε πολλή και
αποκρουστική βία εκ μέρους των εξεγερμένων – αλλά το ερώτημα που θέτει είναι: ποιος
έχει το ηθικό δικαίωμα να τους κρίνει; Παρομοιάζει διδακτικά την περίπτωση με την
άγρια εξέγερση των μαύρων σκλάβων τού 1831 στη Βιρτζίνια των ΗΠΑ υπό τον Nat
Turner, που μέσα σε τέσσερις ημέρες σφαγίασε 55 λευκούς άνδρες, γυναίκες και παιδιά
(κι 120 μαύροι άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ως επί το πλείστον αμέτοχοι, εξοντώθηκαν
από τους λευκούς στρατιώτες για εκδίκηση). Όλοι αναγνώρισαν πως οι πράξεις ήταν
απεχθείς, αλλά ο Νατ Τέρνερ τιμάται ακόμα ως ήρωας. Και ο Φίνκελστιν σχολιάζει: «Γι’
αυτόν ακριβώς τον λόγο, οι λευκοί abolitionists (οπαδοί της κατάργησης της δουλείας),
εκείνη την εποχή, καταδίκασαν την πράξη αλλά σταμάτησαν πριν καταδικάσουν τον Νατ
Τέρνερ. Αντιθέτως, κράτησαν όλο το δηλητήριο και την αγανάκτησή τους για τους
λευκούς, λέγοντάς τους: “Σας τα λέγαμε, σας προειδοποιήσαμε, ξανά και ξανά· αν
συμπεριφέρεστε με τέτοιον τρόπο στους ανθρώπους, μην ξαφνιάζεστε από το τι
ενδεχομένως θα κάνουν”» (σελ. 101-2).

ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ