Βιβλιοπαρουσίαση: Ψηφιακό Τζιχάντ. Η στρατηγική χρήση του κυβερνοχώρου από την Al Qaeda και το ISIS, Ελένη Ι. Καψοκόλη, Εκδόσεις Παπαζήση, 2025, Σειρά: Κυβερνοπολιτική και Ψηφιακή Στρατηγική.
Μαίρη Μπόση, Ομότιμη Καθηγήτρια, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών,
Πανεπιστήμιο Πειραιώς
Η τρομοκρατία, ιστορικά, επιβιώνει και εξελίσσεται μέσα από την προσαρμογή της.
Χωρίς την τεχνολογία, η ανθεκτικότητα και η διεθνής εμβέλεια πολλών
τρομοκρατικών οργανώσεων θα ήταν σαφώς περιορισμένες. Οργανώσεις όπως η Al
Qaeda και το ISIS αξιοποίησαν συστηματικά και στρατηγικά τον κυβερνοχώρο,
ενισχύοντας τη φυσική τους παρουσία μέσω ενός σύνθετου ψηφιακού
οικοσυστήματος προπαγάνδας, στρατολόγησης και επιχειρησιακής υποστήριξης. Από
το Μπατακλάν στο Παρίσι και το Σαν Μπερναρντίνο στις ΗΠΑ (2015) έως τη Μόσχα
της Ρωσίας (2024) και το Μπόντι της Αυστραλίας (2025), οι σύγχρονες
τρομοκρατικές επιθέσεις φέρουν σαφώς το ψηφιακό αποτύπωμα αυτής της
μετάβασης. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει εμφανές ένα θεωρητικό και αναλυτικό κενό
στην ελληνική βιβλιογραφία ως προς τη συνολική κατανόηση του φαινομένου.
Το βιβλίο της Ελένης Καψοκόλη, Ψηφιακό Τζιχάντ. Η στρατηγική χρήση του
κυβερνοχώρου από την Al Qaeda και το ISIS, έρχεται να καλύψει αυτό το κενό. Το
βιβλίο στο πλαίσιο της σειράς Κυβερνοπολιτική και Ψηφιακή Στρατηγική των
εκδόσεων Παπαζήση, αναδεικνύει τον κυβερνοχώρο ως κρίσιμο στρατηγικό πεδίο για
τη σύγχρονη τρομοκρατία και τον εξτρεμισμό, ανεξαρτήτως ιδεολογικής προέλευσης
ή οργανωτικής δομής. Το έργο συνδυάζει επιστημονική ακρίβεια, ιστορικό βάθος και
κριτική ανάλυση, προσφέροντας μια συστηματική και υψηλού επιπέδου προσέγγιση
ενός εξαιρετικά σύνθετου φαινομένου.
Το περιεχόμενο του βιβλίου δομείται σε δύο αλληλοσυμπληρούμενα μέρη: το
θεωρητικό και το εμπειρικό. Στο θεωρητικό μέρος εξετάζεται η εξελικτική πορεία της
σύγχρονης τρομοκρατίας μέσα από τη θεωρία των κυμάτων του καθηγητή David C.
Rapoport, με έμφαση στο ρόλο της τεχνολογίας στη διεθνοποίηση και το
μετασχηματισμό της τρομοκρατικής δράσης, ιδίως μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001.
Παρουσιάζεται η ευρεία προσέγγιση της κυβερνοτρομοκρατίας, περιλαμβάνοντας το
σύνολο των κακόβουλων δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται εντός και μέσω του
κυβερνοχώρου. Παράλληλα, αναλύεται η στρατηγική του τζιχάντ ως δυναμικό
εργαλείο ιδεολογικής κατήχησης, επιρροής και κινητοποίησης ενός παγκόσμιου
ψηφιακού κοινού.
Το εμπειρικό μέρος βασίζεται σε συστηματική συλλογή και ανάλυση δεδομένων,
καθώς και σε συγκριτική αποτίμηση των ψηφιακών στρατηγικών της Al Qaeda και
του ISIS από την ίδρυσή τους έως το 2025. Το προτεινόμενο αναλυτικό μοντέλο
«ψηφιακό τζιχάντ» επιτρέπει την κατανόηση της τρομοκρατίας ως ενόςολοκληρωμένου και δυναμικού ψηφιακού οικοσυστήματος, όπου οι οργανώσεις
αξιοποιούν τον κυβερνοχώρο για την επιχειρησιακή τους δράση.
Στο πλαίσιο αυτό, η ριζοσπαστικοποίηση και η στρατολόγηση μετασχηματίζονται
ριζικά. Δεν βασίζονται πλέον αποκλειστικά στη φυσική επαφή ή σε κλειστές
κοινότητες, αλλά στη συστηματική παραγωγή οπτικοακουστικού περιεχομένου και τη
διάχυσή του σε ένα πολυγλωσσικό και πολυμεσικό περιβάλλον. Η διαδικτυακή
αλληλεπίδραση διευκολύνει την καλλιέργεια ταύτισης και τη δημιουργία δικτύων και
κοινοτήτων ομοϊδεατών. Επιπλέον, ευνοεί τη συμμετοχή και την έκθεση ολοένα και
νεότερων χρηστών, καθώς μειώνεται το ηλικιακό όριο εισόδου τόσο στη χρήση της
τεχνολογίας όσο και στη συμμετοχή στις τρομοκρατικές ενέργειες. Πρακτικές όπως η
αλγοριθμική ριζοσπαστικοποίηση και η προσωποποιημένη προπαγάνδα μέσω
τεχνητής νοημοσύνης, ενισχύουν τη στοχευμένη και αποτελεσματική διάχυση
ακραίων αφηγημάτων.
Παράλληλα, η επιχειρησιακή εκπαίδευση μετατρέπεται σε μια πιο διαδραστική
διαδικασία, αξιοποιώντας βιντεοπαιχνίδια, εφαρμογές εικονικής πραγματικότητας και
υψηλής ποιότητας εκπαιδευτικό οπτικοακουστικό υλικό για τη σχεδίαση και εκτέλεση
βίαιων ενεργειών. Η εκπαίδευση περιλαμβάνει την εκμάθηση τεχνικών διείσδυσης,
παραβίασης πληροφοριακών συστημάτων και αξιοποίησης ψηφιακών υποδομών για
επιχειρησιακούς σκοπούς.
Αντίστοιχα, η χρηματοδότηση αποδεσμεύεται σταδιακά από παραδοσιακές μεθόδους
και ενσωματώνει ψηφιακά εργαλεία συλλογής και μεταφοράς πόρων. Τα
κρυπτονομίσματα, οι διαδικτυακές εκστρατείες χρηματοδότησης και οι συναλλαγές
μέσω ψηφιακών πλατφορμών, προσφέρουν μεγαλύτερη ευελιξία, δυσκολότερη
ανίχνευση και αυξημένη ανθεκτικότητα απέναντι σε μηχανισμούς ελέγχου,
ενισχύοντας τη βιωσιμότητα των οργανώσεων σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο
περιβάλλον ασφάλειας.
Μέσα από αυτή την εμπειρικά τεκμηριωμένη προσέγγιση, το Ψηφιακό Τζιχάντ
αναδεικνύει την τρομοκρατία ως ένα συνεκτικό ψηφιακό σύστημα, όπου ιδεολογία,
τεχνολογία και επιχειρησιακή πρακτική αλληλοτροφοδοτούνται και εξελίσσονται
ταυτόχρονα. Το βιβλίο απευθύνεται στην ερευνητική κοινότητα, σε επαγγελματίες
των τομέων ασφάλειας και πληροφόρησης, σε δημοσιογράφους, αλλά και σε όλους
που επιδιώκουν να κατανοήσουν τις σύγχρονες προκλήσεις ασφάλειας στον 21ο
αιώνα. Η έρευνα γεφυρώνει θεωρητικά τους επιστημονικούς κλάδους της μελέτης της
τρομοκρατίας και των ψηφιακών τεχνολογιών, προσφέροντας μια ολιστική
προσέγγιση της ισλαμικής κυβερνοτρομοκρατίας, που αποτελεί σημαντική πρόκληση
ασφαλείας.




