Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Όταν η ιδεολογική ειρωνεία υποκαθιστά την κριτική τέχνης: Μία ενιαία ανάλυση με αφορμή την ταινία «Καποδίστριας» του Γ. Σμαραγδή

 

Του Καθηγητή Ιωάννη Λυριντζή, Πανεπιστήμια Henan/ SCUT Κίνας, Ακαδημαϊκός, Επιστ. Σύμβουλος ΕΠΙΚΑΙΡΑ.

Η έντονη δημόσια αντιπαράθεση που προκάλεσε η ταινία «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή αποκάλυψε λιγότερο τα πραγματικά αδύναμα σημεία του κινηματογραφικού έργου και περισσότερο μια βαθιά, συστηματική παρερμηνεία των ίδιων των κανόνων και των στόχων της κριτικής τέχνης. Η συγκεκριμένη κριτική, όπως διατυπώθηκε από τον Νίκο Τσαγκαράκη [1], δεν αποτελεί απλώς μια διαφορετική άποψη ή μια αυστηρή αισθητική κρίση. Αντιθέτως, αποτελεί παράδειγμα μιας πιο ευρείας τάσης, όπου η κριτική διακόπτεται από ιδεολογική προκατάληψη, ερμηνευτικό κυριολεκτισμό και μια θεμελιώδη σύγχυση μεταξύ των ειδών και των σκοπών τους. Η ταινία του Σμαραγδή, ως πολιτιστικό αντικείμενο, σίγουρα μπορεί και πρέπει να υποβληθεί σε εξέταση. Ωστόσο, η ανάλυσή της πρέπει να διεξάγεται σε ένα πλαίσιο που σέβεται τη φύση του ως ποιητικού ιστορικού βιογραφικού έργου και όχι ως ακαδημαϊκής μονογραφίας.

 

 

1. Η Κατηγορική Σύγχυση: Ιστοριογραφία εναντίον Κινηματογραφικής Αφήγησης

Το πρωταρχικό και πιο σοβαρό σφάλμα της υπό κριτική ανάλυσης είναι η κατηγορική σύγχυση. Ο κριτικός αξιολογεί την ταινία με κριτήρια και προσδοκίες που ανήκουν στον τομέα της ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας, αγνοώντας εντελώς τους κανόνες και τις συμβάσεις του ιστορικού κινηματογράφου. Όπως έχουν επισημάνει θεωρητικοί όπως ο Robert Rosenstone και ο Marc Ferro, ο κινηματογράφος δεν «κάνει» ιστορία με τον ίδιο τρόπο που την κάνει ο ιστορικός. Δεν του ανατίθεται ο ρόλος της εξαντλητικής, αντικειμενικής και τεκμηριωμένης ανασύνθεσης του παρελθόντος. Αντίθετα, ο ιστορικός κινηματογράφος είναι ένα είδος συμβολικής και συναισθηματικής διερεύνησης. Στόχος του είναι να μεταδώσει την εμπειρία, τον αισθησιασμό και τη νοηματική βαρύτητα μιας ιστορικής περιόδου ή προσώπου, συχνά μέσω της συμπύκνωσης γεγονότων, της δραματοποίησης και της επιλογής μιας συγκεκριμένης οπτικής γωνίας.

Ο Σμαραγδής, σε μια μακρά σειρά βιογραφικών έργων (Καβάφης, Ελ Γκρέκο, Βαρβάκης, Καζαντζάκης), έχει καθιερώσει ένα ξεχωριστό στυλ που ανήκει ακριβώς σε αυτή την παράδοση. Ο «Καποδίστριας» δεν είναι ντοκιμαντέρ, ούτε διδακτικό εγχειρίδιο. Είναι μια δραματοποιημένη μελέτη ηθικού και πολιτικού μαρτυρίου. Η ταινία επιλέγει να εστιάσει στην εσωτερική και εξωτερική μοναξιά του πρωταγωνιστή, στις ηθικές του διλήμματα και στη σύγκρουσή του με τα ιδιωτικά συμφέροντα και τη διεθνή διπλωματία. Η κατηγορία της «υπεραπλούστευσης» και της «παιδαριώδους» προσέγγισης χάνει εντελώς το νόημα: η απλότητα είναι εσκεμμένη αφηγηματική στρατηγική για να τονιστεί η κεντρική ιδέα, όχι ένδειξη ελλειπούς έρευνας ή κατανόησης.

 

 

2. Η Αντιπαράθεση με το Ιστορικό Υλικό: Απόδειξη εναντίον Ειρωνείας

Ένα άλλο κρίσιμο σημείο όπου η κριτική αποτυγχάνει να ανταποκριθεί στις βασικές της υποχρεώσεις είναι η αντιμετώπιση του ιστορικού υλικού. Ο κριτικός επικρίνει έντονα τη χρήση στοιχείων που υποτίθεται ότι προάγουν μια «εθνική ανωτερότητα». Ωστόσο, αυτή η κριτική δεν στηρίζεται ποτέ σε μια συστηματική αποδόμηση ιστορικών πηγών. Αντί να αποδείξει ότι τα γεγονότα που απεικονίζονται είναι εσφαλμένα ή παραποιημένα, καταφεύγει στην ειρωνεία και στη γελοιοποίηση.

Για παράδειγμα:

Ο ρόλος του Καποδίστρια στην Ελβετία: Η ταινία τονίζει την κεντρική του συμβολή. Αυτό δεν είναι εθνικιστική υπερβολή, αλλά ιστορικά τεκμηριωμένο γεγονός.

Ο φιλελληνισμός: Αποτέλεσε μαζικό πολιτισμικό και πολιτικό κίνημα στην Ευρώπη του 19ου αιώνα. Η απεικόνισή του δεν είναι απλώς «καταγέλαστη αφορμή».

Η θέση Ελλήνων στη Ρωσική Αυλή: Ο Καποδίστριας και ο Υψηλάντης κατείλανε πράγματι υψηλές θέσεις. Η παρουσία τους δεν επινοήθηκε για λόγους εθνικού εξαιρετισμού.

Ο Πούσκιν και η ελληνική γλώσσα: Η κριτική το παίρνει κυριολεκτικά, ως ανόητο αφήγημα. Ωστόσο, στο πλαίσιο της ταινίας, λειτουργεί ως ένα ισχυρό σύμβολο της πολιτισμικής απήχησης της Ελλάδας στη ρωσική διανόηση της εποχής, μία νομιμοποίηση του πολιτικού αγώνα μέσω της πολιτισμικής κληρονομιάς.

Ο κριτικός αγνοεί τον συμβολικό χαρακτήρα αυτών των επιλογών. Μετατρέπει τις συμβολικές αναφορές σε κυριολεκτικές “αστοχίες” και αντικαθιστά την ιστορική ανάλυση με την ηθική καταδίκη μιας υποτιθέμενης «εθνικιστικής» προοπτικής. Αυτή η προσέγγιση είναι ιδεολογική, όχι κριτική.

3. Ο Κυριολεκτισμός και η Αδυναμία Ανάγνωσης Συμβόλων

Αυτή η τάση φτάνει στο αποκορύφωμά της με την αντιμετώπιση των θρησκευτικών στοιχείων της ταινίας. Το επιχείρημα ότι «εφόσον η Παναγία έσωσε τον Καποδίστρια από την πτώση του απ’ το άλογο, γιατί δεν τον έσωσε από τη δολοφονία» είναι μία από τις πιο ξεκάθαρες ενδείξεις της ερμηνευτικής αστοχίας. Πρόκειται για θεολογικό κυριολεκτισμό που αποπροσανατολίζει τελείως τη συζήτηση.

Στην ταινία, η θρησκευτική εικονολογία δεν είναι “μαγική λύση” για τα προβλήματα της πλοκής. Είναι βαθιά συνδεδεμένη με την αυτοαντίληψη του ιστορικού προσώπου και της εποχής του. Η παρουσία της Παναγίας και ο παραλληλισμός του Καποδίστρια με τον Χριστό στον πολιτικό Γολγοθά, δεν είναι “θρησκοληψία” ή ανόητη υπερβολή. Είναι ένα εργαλείο πολιτισμικής και ηθικής ερμηνείας. Στην ορθόδοξη και γενικότερα χριστιανική παράδοση, το μαρτύριο και η θυσία δεν είναι αποτυχία της θείας προνοίας, αλλά συχνά ο δρόμος για τη δόξα και τη διαιώνιση μιας ιδέας. Η κριτική που απαιτεί “μεταφυσική συνέπεια” από ένα έργο τέχνης δείχνει αδυναμία να αντιληφθεί τον βαθύτερο συμβολισμό και την πολιτισμική βάση της αφήγησης.

4. Μια Διεθνής Προοπτική: Η Κριτική στο Πλαίσιο του Ιστορικού Biopic

Αυτή η ελληνική διαμάχη δεν είναι απομονωμένο φαινόμενο. Αποτελεί επανάληψη ενός παγκόσμιου μοτίβου κριτικής απέναντι σε ιστορικά βιογραφικά έργα. Η σύγκριση με διεθνείς ταινίες είναι εντυπωσιακά διαφωτιστική:

«Lincoln» (Steven Spielberg): Κατηγορήθηκε ότι «αγιοποιεί» τον πρόεδρο, ότι απλουστεύει τη πολιτική διαδικασία και τις εσωτερικές του αντιφάσεις. Η σοβαρή κριτική, ωστόσο, αναγνώρισε ότι η ταινία δεν ήταν εξαντλητική βιογραφία, αλλά μια μελέτη ηθικής ηγεσίας και πολιτικής πραγματικότητας σε μια κρίσιμη στιγμή.

«Άνδρεϊ Ρούμπλιοφ» (Αντρέι Ταρκόφσκι): Επικρίθηκε για τη συγχώνευση τέχνης, πίστης και ρωσικής εθνικής ταυτότητας. Σήμερα, θεωρείται ανυπέρβλητο αριστούργημα του ποιητικού ιστορικού κινηματογράφου, ακριβώς για την ικανότητά του να διερευνά αυτά τα ζητήματα πέρα από την απλή αφήγηση γεγονότων.

«Άνθρωπος για όλες τις εποχές» (Fred Zinnemann): Κατηγορήθηκε για καθολική μεροληψία και ιεροποίηση του Τόμας Μορ. Εντούτοις, καθιερώθηκε ως κλασικό έργο πολιτικής ηθικής και συνείδησης.

Οι πολλές εκδοχές της «Ιωάννας της Λωραίνης» (Dreyer, Bresson, κ.ά.): Αντιμετωπίστηκαν με υποψίες για μυστικισμό και θρησκοληψία. Η ιστορία της κριτικής έδειξε ότι οι απόψεις που επέμεναν στον κυριολεκτισμό και στην ιστορική “ακρίβεια” εγκαταλείφθηκαν, ενώ τα έργα που κατανοούσαν τη συμβολική και ψυχολογική τους διάσταση επέζησαν.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η κριτική που επέμενε στην ακαδημαϊκή πληρότητα και καταδίκαζε τη συμβολική συμπύκνωση ως “πλαστογράφηση” τελικά απομονώθηκε και ξεχάστηκε. Αποδείχθηκε αναχρονιστική και ανίκανη να συνομιλήσει με την τέχνη σε δικούς της όρους.

5. “Η ιστορία πρέπει να εγείρει και να ενοποιεί… Όχι να αποδομεί το ωραίο, το τεκμηριωμένο…”

Και εδώ φτάνουμε στον πυρήνα της φιλοσοφικής διαφωνίας.

• Η θέση μου (και του Σμαραγδή) είναι: Η Τέχνη ως Παιδεία και Ενοποίηση. Η τέχνη υπηρετεί την κοινωνία δημιουργώντας ισχυρά, ενοποιητικά, ωραία ιδεώδη. Είναι το “φως” που μας οδηγεί. Η κριτική πρέπει να είναι εποικοδομητική, να δείχνει τον δρόμο, να αναδείξει την ενότητα και την επαγρύπνηση.

• Η θέση του Τσαγκαράκη (του κλασικού κριτικού) είναι: Η Τέχνη ως Διερεύνηση και Προκλητικότητα. Η τέχνη υπηρετεί την αλήθεια (ακόμα και αν είναι άσχημη) και την ανθρώπινη πολυπλοκότητα. Ο ρόλος του κριτικού είναι να αποκαλύπτει τις υποκείμενες ιδέες, τις προκαταλήψεις, τα κλισέ, ακόμα κι αν αυτό “χαλάει” το ωραίο όραμα. Πιστεύει ότι η πραγματική ενοποίηση έρχεται μέσα από την κοινή αναγνώριση της πολυπλοκότητας, όχι μέσα από την κοινή υποταγή σε ένα απλοποιημένο ιδανικό.

Ποιος έχει δίκιο; Δεν υπάρχει απόλυτη απάντηση. Εξαρτάται από το τι πιστεύεις ότι χρειάζεται περισσότερο η κοινωνία μας εδώ και τώρα.

• Χρειάζεται αυτογνωσία, παιδεία, δικαιοσυνη, ενότητα, υπερηφάνεια και ελπίδα; Τότε ο δρόμος του Σμαραγδή είναι ο σωστός.

• Χρειάζεται κριτική σκέψη, και προβολή στις δικές μας ιδεολογικές παγίδες; Τότε ο δρόμος του Τσαγκαράκη είναι ο σωστός.

Ο Τσαγκαράκης, λοιπόν, δεν είναι απλά ένας “ξέντης”. Είναι ο εκφραστής μιας συνολικής φιλοσοφίας για τη δημόσια ζωή και την τέχνη που είναι ριζοσπαστική, αμφισβητική και πιστεύει ότι η υγιής κοινωνία χτίζεται με την αμφισβήτηση των αυτο-evident ιδεών της, όχι με τον εορτασμό τους.

Η διαμάχη μας, λοιπόν, δεν είναι για την ταινία. Είναι για το τί είδους πολιτισμό θέλουμε να έχουμε.

Συμπέρασμα: Πέρα από την Ειρωνεία, Προς μια Αυστηρότερη Κριτική

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο «Καποδίστριας» του Σμαραγδή είναι ένα τέλειο έργο. Μπορεί να κριθεί για το ρυθμό του, για ορισμένες ερμηνείες, για τη δραματουργική του προσέγγιση. Το πραγματικό ζήτημα είναι η ποιότητα του δημόσιου διαλόγου που επιτρέπουμε να διαμορφώνει την αντίληψή μας για την τέχνη.

Η συγκεκριμένη κριτική αποτυγχάνει διότι:

 Συγχέει τα είδη: Αξιολογεί κινηματογραφική αφήγηση με κριτήρια ιστοριογραφίας.

 Υποκαθιστά την απόδειξη με τη ρητορική: Χρησιμοποιεί ειρωνεία και γελοιοποίηση αντί για ιστορική τεκμηρίωση.

 Δεν αναγνωρίζει το συμβολικό: Μειώνει πολύπλοκα συμβολικά εργαλεία σε ανόητες κυριολεξίες.

 Είναι ιδεολογικά προκατειλημμένη: Εκ των προτέρων απορρίπτει μια οπτική γωνία ως «εθνικιστική» ή «θρησκόληπτη», χωρίς να εμβαθύνει στη νοηματική της βαρύτητα.

Η πραγματική κριτική τέχνης απαιτεί μεγαλύτερη αυστηρότητα από αυτή. Απαιτεί την κατανόηση του πλαισίου του έργου, την αναγνώριση των συμβάσεων του είδους του και την ικανότητα να διακρίνει κανείς την ιστορική πληροφορία από τη συμβολική της χρήση. Μόνο έτσι μπορούμε να κρίνουμε όχι μόνο αν ένα έργο «λέει την αλήθεια», αλλά αν δημιουργεί νόημα, αν προκαλεί σκέψη και αν αξιοποιεί αποτελεσματικά τη γλώσσα του κινηματογράφου για να επικοινωνήσει μια εμπειρία, μια ιδέα ή ένα πάθος. Ο κριτικός που επιλέγει την ειρωνεία έναντι της ανάλυσης, τελικά δεν καταδικάζει το έργο. Αποκαλύπτει τα όρια της δικής του οπτικής.

Βιβλιογραφία (για τους απιτητικούς αναγνώστες)

[1] Μια κριτική για τον «Καποδίστρια» του Σμαραγδή έγραψε ο κριτικός κινηματογράφου Νίκος Τσαγκαράκης για την εφημερίδα «Πατρίδα». Η εφημερίδα αρνήθηκε να τη δημοσιεύσει, με αποτέλεσμα ο κριτικός να την ανεβάσει στην προσωπική του σελίδα στο Facebook.

Rosenstone, Robert A.(2006) History on Film / Film on History (2η αναθεωρημένη έκδοση: 2017), Routledge, London & New York (Κλασικό έργο για τη σχέση ιστοριογραφίας και κινηματογράφου· εξετάζει πώς ο κινηματογράφος αναπαριστά, μετασχηματίζει και «αφηγείται» την ιστορία).

Ferro, M ( 1977) Cinema and History (1η εκδοση Cinéma et Histoire, 1977, Éditions Gallimard). Αγγλική έκδοση: 1988, Wayne State University Press, Detroit (Θεμελιώδες έργο της σχολής των Annales. Ο Ferro αντιμετωπίζει τον κινηματογράφο ως ιστορικό τεκμήριο και ενεργό παράγοντα της ιστορίας.)

Burgoyne, R (2008) The Hollywood Historical Film. Wiley-Blackwell. Oxford & Malden, MA (Ακαδημαϊκή ανάλυση της ιστορικής αφήγησης στον αμερικανικό κινηματογράφο, με έμφαση στη μνήμη, την ταυτότητα και την ιδεολογία)

White, H (1987) The Content of the Form: Narrative Discourse and Historical Representation. Johns Hopkins University Press, Baltimore (Κλασικό φιλοσοφικό και ιστοριογραφικό έργο· ο White αναλύει την ιστορία ως αφηγηματική κατασκευή, θεμελιώδες για θεωρία ιστορίας, κινηματογράφο και πολιτισμικές σπουδές.)

***