Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Το Βυζάντιο, η Ιταλία και η Ινδία

Γεράσιμος Μέριανος- Ιστορικός του Βυζαντίου και υπηρετεί ως Κύριος Ερευνητής στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

Βιβλιοπαρουσίαση

 Βασίλειος Σύρος, Το Βυζάντιο ανάμεσα σε δυτικές πόλεις και ανατολικές αυτοκρατορίες, μτφρ. Ιωάννα Τριπουλά. Αθήνα: Εκδόσεις Αρμός, 2023, σελ. 198.

 

Όπως ισχύει με κάθε βιβλίο, υπάρχει εκείνο που έχει γράψει ο συγγραφέας και εκείνο που έχει φύγει από τα χέρια του και γίνεται πλέον κατανοητό μέσα από την προσωπική οπτική κάθε αναγνώστη. Στην περίπτωση του συγγράμματος του Βασίλειου Σύρου, Το Βυζάντιο ανάμεσα σε δυτικές πόλεις και ανατολικές αυτοκρατορίες, όπως το έχω κατανοήσει, ο συγγραφέας πρέπει να επαινεθεί καταρχάς για το εύρος της οπτικής που προσφέρει, το οποίο, εξ’ όσων γνωρίζω, είναι ανεπανάληπτο διεθνώς. Με επίκεντρο τις βυζαντινές και μεταβυζαντινές απόψεις για τα πολιτεύματα και την πολιτειακή οργάνωση, παρουσιάζεται η πρόσληψη από τους βυζαντινούς λόγιους των πολιτικών εξελίξεων σε σημαντικές πόλεις της ιταλικής χερσονήσου, με τις οποίες η τύχη του Βυζαντίου ήταν περισσότερο ή λιγότερο στενά συνδεδεμένη μέχρι το τέλος του και πολύ πέρα από αυτό. Στη συνέχεια περνάμε σε άλλη ήπειρο και εποχή. Ο συγγραφέας μάς προτείνει, μέσα από ένα προσεκτικό χτίσιμο της σκέψης του Shāh Walī Allāh  και των προδρόμων του, την αξιοποίηση της πτώσης της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ως διδακτικού παραδείγματος σχετικά με την παρακμή των αυτοκρατοριών. Δεν ντρέπομαι να ομολογήσω ότι ο Shāh Walī Allāh  μού ήταν παντελώς άγνωστος μέχρι που διάβασα το βιβλίο. Από την άλλη πλευρά, είμαι ευγνώμων ως βυζαντινολόγος στον Βασίλη Σύρο, επειδή ήταν η αιτία να προστεθεί στην ερευνητική μου φαρέτρα μια μοναδική περίπτωση πρόσληψης του Βυζαντίου, εκτός της τρέχουσας ιστοριογραφικής πεπατημένης.

Όλα αυτά βέβαια, θα μπορούσε να πει κάποιος, είναι αξιέπαινα και ιδιαίτερα χρήσιμα, αλλά πλανάται το ακόλουθο ερώτημα: πώς σχετίζονται τα δύο τμήματα ενός πονήματος που εκτείνεται σε διαφορετικές εποχές και ηπείρους; Για να το θέσω με απλά λόγια, έχει κάποιο νόημα αυτό το ιδιότυπο και πρωτοφανές πέρασμα από το ύστερο Βυζάντιο και τις ιταλικές πόλεις του δυτικού μεσαίωνα ή της πρώιμης Αναγέννησης στην πρώιμη νεωτερική σκέψη της αυτοκρατορίας των Μουγκάλ; Σας διαβεβαιώ ότι το ερώτημα μπορεί να απαντηθεί μόνο αν διαβάσουμε ολόκληρο το έργο. Μόνο τότε καταλαβαίνουμε ότι ένα υπόρρητο νήμα διατρέχει το κείμενο. Οι Βυζαντινοί ασχολούνται με τις πολιτικές εξελίξεις στην Ιταλία προκειμένου να αποκομίσουν και να εξάγουν διδάγματα που απαντούν στους πιεστικούς προβληματισμούς τους για το μέλλον της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ενός κράτους που το μέλλον του διαγράφεται δυσοίωνο και σταδιακά φθίνει. Ένα στοιχείο του βιβλίου που θεωρώ πολύ χρήσιμο είναι ότι οι βυζαντινοί λόγιοι δεν εμφανίζονται να ομφαλοσκοπούν αποκομμένοι από τη σύγχρονή τους πραγματικότητα, όπως ενίοτε τους παρουσιάζουν ορισμένες στερεοτυπικές αντιλήψεις. Αντίθετα, έχουν άποψη και ενημέρωση για τρέχουσες εξελίξεις στην ιταλική χερσόνησο. Το Βυζάντιο, ειδικά κατά τους τελευταίους αιώνες του, είναι αναπόσπαστο κομμάτι μιας μεσογειακής γειτονιάς.

Όταν το Βυζάντιο έχει ήδη διαγράψει την ιστορική του πορεία και αποτελεί αντικείμενο πλέον ιστορικής μελέτης, ένας ινδός στοχαστής, που τον διακατέχει παρόμοια υπαρξιακή αγωνία για το κράτος που υπηρετεί με εκείνη των παλαιών βυζαντινών λογίων, θα χρησιμοποιήσει το Βυζάντιο για να απαντήσει σε ανάλογα ερωτήματα για τα αίτια παρακμής των Μουγκάλ. Οι βυζαντινοί λόγιοι επιχειρούν να κάνουν σύγκριση και να αντλήσουν παραδείγματα προς μίμηση από τη σύγχρονη τους δυτική πραγματικότητα. Ο Shāh Walī Allāh  προσπαθεί να διαγνώσει τα αίτια πίσω από την παρακμή των αυτοκρατοριών – όπως εκείνη στην οποία ζούσε – μέσα από τη μελέτη εμβληματικών κρατικών οντοτήτων του παρελθόντος, όπως ήταν η Περσική και η Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Αξιοσημείωτο είναι, όπως σημειώνει ο Βασίλειος Σύρος, ότι και στις δύο περιπτώσεις οι διαπιστώσεις για την παρακμή είναι αξιοσημείωτα κοινές: ηθική κατάπτωση, οικονομικές ανισότητες, τρυφηλότητα και πολυτέλεια, κακή δημοσιονομική πολιτική, διείσδυση ξένων παραγόντων στην πολιτική και οικονομική ζωή ενός τόπου. Ειρήσθω εν παρόδω, ότι τον 15ο αιώνα ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων πολύ εύστοχα συσχέτισε την οικονομική διείσδυση των Ιταλών στην Πελοπόννησο όχι μόνο με την επιβολή του δικού τους νομίσματος εις βάρος του βυζαντινού, αλλά και με την παρακμή της ντόπιας βυζαντινής βιοτεχνίας, τα προϊόντα της οποίας αντικαθίστανται από ιταλικά που εισάγονται απευθείας. Δεν είναι παράδοξο ότι η κατάκλυση της τοπικής αγοράς με ιταλικά προϊόντα, την οποία διευκολύνουν ντόπιοι παράγοντες, συντηρεί έναν φαύλο κύκλο, στο πλαίσιο του οποίου οι βυζαντινές ελίτ επιδίδονται σε πολυτελή και επιδεικτική κατανάλωση των εισαγόμενων προϊόντων, αυξάνοντας τη ζήτησή τους. Θεωρώ ότι αυτή η διαπίστωση του Πλήθωνα είναι ιδιαίτερα επίκαιρη. Κλείνω εδώ αυτή την παρένθεση. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, το υπόρρητο νήμα του βιβλίου σχετίζεται με την αγωνία, την έγνοια ενός οξύνοος λογίου να διαγνώσει τους λόγους και απελπισμένα να βρει λύσεις για τη φθίνουσα πορεία μιας πάλαι ποτέ μεγάλης δύναμης.

Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι οι απόψεις των λογίων αυτών δεν μοιάζουν πάντοτε ιδιαίτερα πρωτότυπες και, σίγουρα ως προς τη βυζαντινή περίπτωση, για την οποία μπορώ να μιλήσω καλύτερα, είναι επηρεασμένες από την ανάγνωση και τον σχολιασμό της κλασικής φιλοσοφικής παράδοσης. Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι πριν από την ανάδυση της επιστήμης ως αυτόνομου, διακριτού πεδίου, η φιλοσοφία περιλάμβανε οτιδήποτε σήμερα θα χαρακτηριζόταν ως «επιστημονικό». Υπό αυτή την έννοια, η πολιτική, η κοινωνική και η οικονομική σκέψη αποτελούσαν όλα μέρη της φιλοσοφίας και, βεβαίως, η κλασική φιλοσοφία ήταν το αστείρευτο πηγάδι από το οποίο μπορούσε κανείς να αντλήσει ιδέες και διδάγματα.

Αν, ωστόσο, επιμείνουμε και διαβάσουμε ανάμεσα στις γραμμές, θα εντοπίσουμε όχι μόνο τη βυζαντινή πρωτοτυπία αλλά πιθανόν και τη στόχευση μιας συγκεκριμένης άποψης. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή, όπως σημειώνει ο Βασίλειος Σύρος, «[μ]ια από τις προκλήσεις για μια πιο διεξοδική ανάλυση των αντιλήψεων των βυζαντινών και μεταβυζαντινών διανοητών σχετικά με τις πολιτικές παραδόσεις της Ιταλίας έγκειται στο ότι δεν είναι πάντα εφικτό να διαχωριστούν τα πραγματικά κίνητρά τους από τις θέσεις τους για την πολιτική ζωή των ιταλικών πόλεων» (σ. 66).

Θα προσπαθήσω να καταστήσω σαφή αυτόν τον προβληματισμό με ένα παράδειγμα αντλημένο από τον Ευστάθιο, τον λόγιο αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης του 12ου αιώνα, και μάλλον τον σπουδαιότερο βυζαντινό ομηριστή. Ο Ευστάθιος, λοιπόν, περιγράφει τη χριστιανική τάξη ως αντίστοιχη της αγίας Τριάδας. Η χριστιανική τάξη συνιστά, επομένως, ένα τριαδικό σχήμα που αποτελείται από τη μοναρχία, την αριστοκρατία και τη δημοκρατία, στην οποία ο δήμος, ο λαός, αντιπροσωπεύει το στοιχείο της ελεύθερης βούλησης. Το αξιοσημείωτο στοιχείο εδώ εντοπίζεται στο ότι ο Ευστάθιος υπερβαίνει τις γραμματειακές ενθυμήσεις και τις θεολογικές ερμηνείες και προσφέρει ένα σύγχρονο παράδειγμα. Οι μόνοι, λέει, που έχουν διατηρήσει κάτι παρόμοιο με αυτό το πολίτευμα μέχρι σήμερα είναι οι Βενετοί: έχουν τον Δόγη (που αντιστοιχεί στον μοναρχικό παράγοντα), τη γερουσία (που αντιστοιχεί στην αριστοκρατία) και τον δήμο (που αντιστοιχεί στη δημοκρατία). Αναρωτιέται κανείς (και εδώ συνδέεται η ανάγκη αναγνώρισης των κινήτρων κάθε συγγραφέα) για ποιον λόγο ο Ευστάθιος δεν χρησιμοποίησε, αντί του βενετικού παραδείγματος, μια άλλη αναλογία που θα του ήταν εξαιρετικά οικεία και πρόσφορη. Αναφέρομαι στην καθόλα βυζαντινή αναλογία με τον αυτοκράτορα, τη σύγκλητο και τον λαό της Κωνσταντινούπολης. Θεώρησε άραγε αυτή την αναλογία υπερβολικά προφανή για να αξίζει να διατυπωθεί; Ή μήπως ήθελε να υπονοήσει ότι το βυζαντινό πολίτευμα δεν ήταν τόσο επιτυχημένα μεικτό όσο το βενετικό; Για να το θέσω καλύτερα, μήπως πίστευε ότι στο σύγχρονό του Βυζάντιο είτε οι αναλογίες είτε οι διακριτοί ρόλοι ορισμένων τουλάχιστον από τα τρία μέρη ήταν δυσδιάκριτοι; Αν ισχύει το δεύτερο, δεν είναι λογικό να υποθέσουμε ότι με αυτόν τον τρόπο εκφράζει έμμεση κριτική σε γεγονότα και καταστάσεις της εποχής του; Προκειμένου βέβαια να εξακριβώσουμε το κίνητρο του Ευσταθίου πίσω από τα λεγόμενά του, θα πρέπει να εντάξουμε το συγκεκριμένο κείμενο στο γραμματειακό του είδος, να το χρονολογήσουμε, προκειμένου να ανατρέξουμε στη σύγχρονή του πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, καθώς και να το συνεξετάσουμε με βάση άλλα κείμενά του που περιέχουν σχετικές απόψεις. Αν τα συνυπολογίσουμε όλα αυτά, είναι πράγματι πολύ ενδιαφέροντα τα συμπεράσματα που προκύπτουν για αυτή την αναφορά του Ευσταθίου, αλλά δεν θα επεκταθώ σε αυτό το σημείο. Σκοπός μου ήταν να παρουσιάσω με ένα σύντομο παράδειγμα, πόσο απαιτητική εργασία είναι η προσέγγιση και ερμηνεία της σκέψης των βυζαντινών λογίων σχετικά με τις απόψεις τους για την πολιτική οργάνωση των ιταλικών πόλεων.

Δυσκολίες και προκλήσεις τέτοιου είδους δείχνουν το μέγεθος της εργασίας του συγγραφέα, ο οποίος συγκέντρωσε αυτό το πλήθος απόψεων που διατρέχουν αιώνες, υπερβαίνοντας τα ιστοριογραφικά στεγανά τού τι κατηγοριοποιούμε ως «μεσοβυζαντινό», «υστεροβυζαντινό» και «μεταβυζαντινό». Το αποτέλεσμα εντυπωσιάζει όχι μόνο λόγω του εύρους της προσέγγισης, της ενδελεχούς τεκμηρίωσης (ο κύριος Σύρος ανήκει στη «γερμανική σχολή» ως προς αυτό το σημείο, και το αναφέρω ως έπαινο), καθώς και της ξεκάθαρης στόχευσης της αφήγησης· το αποτέλεσμα εντυπωσιάζει όμως ακόμη περισσότερο λόγω του ότι ο κύριος Σύρος δεν είναι βυζαντινολόγος. Αυτό αποδεικνύει για άλλη μια φορά (και σχετίζεται με την υπέρβαση των ιστοριογραφικών στεγανών που θα είχε ένας ειδικός) ότι συχνά το μπόλιασμα ενός επιστημονικού κλάδου με νέες προσεγγίσεις και οπτικές έρχεται από την ευπρόσδεκτη συνομιλία με άλλους κλάδους.

Ο συγγραφέας συνομιλεί με τους βυζαντινούς λογίους και τις απόψεις τους για τις ιταλικές πολιτείες, καθώς και με τον Shāh Walī Allāh και την οπτική του για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία και προσφέρει με ενάργεια ένα πανόραμα απόψεων και ιδεών για τους λόγους της παρακμής των αυτοκρατοριών. Το γιατί έχει αξία ένα τέτοιο εγχείρημα μπορείτε να το διαπιστώσετε διαβάζοντας το βιβλίο. Στην παρούσα συγκυρία που κάθε πολιτική και διπλωματική παράδοση τελεί υπό αναθεώρηση, οι απόψεις διανοητών του παρελθόντος για την παρακμή είναι επίκαιρες και σχετικές. Οι βυζαντινοί λόγιοι και ο Shāh Walī Allāh  δεν μπορούν να μας προσφέρουν άμεσες λύσεις, αλλά προσφέρουν αφορμές για να μας κάνουν να σκεφτούμε. Δεν είναι τυχαίο ότι σε συγκεντρωτικά κράτη του όχι τόσο μακρινού παρελθόντος, όπως ήταν η Σοβιετική Ένωση, οι βυζαντινές σπουδές είχαν μεγάλη ακμή, και αυτό συνέβαινε όχι μόνο εξαιτίας της ρωσικής παράδοσης στο αντικείμενο. Θα μπορούσε άραγε να βρεθεί σήμερα ένας αμερικανός Shāh Walī Allāh  για να εξετάσει τα διδάγματα από την παρακμή των αυτοκρατοριών, μεταξύ των οποίων και η Βυζαντινή, μπροστά στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η αμερικανική ισχύς;

Αξίζουν συγχαρητήρια στον Βασίλειο Σύρο για την πρωτοτυπία, τη θεματική ευρύτητα και την ενδελεχή τεκμηρίωση, καθώς επίσης και για το ότι έγραψε ένα επίκαιρο βιβλίο που προκαλεί συνειρμούς πολύ πέραν της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, των ιταλικών πόλεων, και της αυτοκρατορίας των Μουγκάλ.

 

 

Ιδιότητα

Ο Γεράσιμος Μέριανος είναι ιστορικός του Βυζαντίου και υπηρετεί ως Κύριος Ερευνητής στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.