Τουρκικά όνειρα για υπερκράτος στα Βαλκάνια, ελληνικό τείχος με
διεθνείς συμμαχίες
  Τρίτη, 12 Μάρ 2019      18:34      0
ΣΧΕΣΕΙΣ ΑΘΗΝΑΣ - ΑΓΚΥΡΑΣ: ΑΠΟ ΤΗ ΛΩΖΑΝΝΗ ΣΤΟ... ΧΑΟΣ

Τουρκικά όνειρα για υπερκράτος στα Βαλκάνια, ελληνικό τείχος με διεθνείς συμμαχίες

Σκοπός του άρθρου είναι η ανάλυση της εξέλιξης των ελληνοτουρκικών σχέσεων μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης. Στο πλαίσιο της ανάλυσης των διεθνών σχέσεων έχουν προταθεί διάφορα θεωρητικά υποδείγματα ανάλυσης των συμπεριφορών των κρατών. Στο παρόν άρθρο υιοθετούμε την άποψη ότι η πολιτική των κρατών καθορίζεται από την ισχύ που διαθέτουν. Η ισχύς είναι το άθροισμα συγκεκριμένων παραγόντων (δημογραφίας, οικονομίας, τεχνολογίας, στρατιωτικού δυναμικού, θεσμικής λειτουργίας). Έτσι το άρθρο αναλύει την ελληνοτουρκική διένεξη υπό όρους ισχύος.

ΤΟΥ ΔΡ. ΙΩΑΝΝΗ-ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΑΛΑΒΡΑΚΟΥ*

 

 

Από την ψευδαίσθηση της συνεργασίας...

Η ηττημένη Τουρκία του 1918 δεν αποδέχτηκε ούτε τις εδαφικές ούτε τις οικονομικές απαιτήσεις των νικητών του πολέμου. Στις 28/1/1920 το νέο Εθνικό Σύμφωνο (Misak-i-Milli) τόνιζε: «Το σύνολο των τμημάτων (της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), ανεξάρτητα αν βρίσκονται εντός ή εκτός των συνοριακών γραμμών ανακωχής, που κατοικούνται από Οθωμανούς Μουσουλμάνους αποτελούν μία ενότητα η οποία είναι αδιαίρετη». Η υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης (24/7/1923) δημιούργησε στην ελληνική πλευρά την ψευδαίσθηση της οριστικής εξομάλυνσης των σχέσεων Ελλάδος - Τουρκίας. Αντίθετα, η Τουρκία είδε τη συνθήκη ως αποτέλεσμα στιγμιαίας αδυναμίας και εξαρχής έθεσε σε εφαρμογή ένα σχέδιο αναθεώρησής της.

Η ίδια η συνθήκη ήταν για την Τουρκία η αρχή μιας νέας εθνικής οικονομικής πολιτικής, η οποία είχε στόχο την οικονομική ενδυνάμωση της χώρας. Έτσι η Τουρκία ζήτησε και πέτυχε την πλήρη κατάργηση όλων των αποικιακών οικονομικών όρων οι οποίοι είχαν υποβληθεί στην παλαιά Αυτοκρατορία. Ειδικότερα, διεγράφη όλο το χρέος που όφειλε στους συμμάχους της στον πόλεμο (Γερμανία, Αυστρία) ύψους 170 εκατ. στερλινών. Επίσης πέτυχε διαγραφή χρέους και από τις νικήτριες Βρετανία και Γαλλία, ενώ τα εισαγόμενα γαλλικά και βρετανικά προϊόντα θα μπορούσαν να υπαχθούν σε δασμούς.

Η νέα οικονομία ακολούθησε σοβιετικά πρότυπα με πενταετή προγράμματα. Ο στόχος ήταν η εκβιομηχάνιση. Δημιουργήθηκαν, κυρίως με σοβιετική βοήθεια, εργοστάσια χημικής βιομηχανίας, κλωστοϋφαντουργίας, ηλεκτρισμού, άνθρακα, τροφίμων, οικιακών συσκευών. Μεταξύ 1924-1936 έξι μεγάλες πολεμικές βιομηχανίες άρχισαν να παραγούν πυρομαχικά, φορητά όπλα, πυροβόλα και ελαφρά αεροπλάνα. Ήδη το 1938 η Τουρκία σχεδίαζε ένα μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα 200-300 αεροπλάνων, επανεξοπλισμού δέκα μεραρχιών και νέων πολεμικών πλοίων. Οι αμυντικές δαπάνες, που το 1932-1933 ήταν το 23% των συνολικών δαπανών, αυξήθηκαν στο 44% το 1938. Ήταν σαφές ότι η Τουρκία μετέτρεπε την οικονομική δύναμη σε στρατιωτική. Αυτό το μοντέλο (οικονομική ανάπτυξη με στόχο τη χρηματοδότηση υψηλών αμυντικών δαπανών), δηλαδή μετατροπή της οικονομικής ισχύος σε στρατιωτική, είναι ένα μοντέλο που ακολουθεί διαχρονικά η Τουρκία με συνέπεια. Το αντίστοιχο ελληνικό εξοπλιστικό πρόγραμμα της περιόδου 1936-1940 ήταν πολύ κατώτερο του τουρκικού.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η τουρκική οικονομία εξακολούθησε να χρηματοδοτεί υψηλές αμυντικές δαπάνες. Την περίοδο 1951-1960 οι αμυντικές δαπάνες ανήλθαν σε 7,2 δισ. τουρκικές λίρες, ενώ την περίοδο 1960-1968 οι αμυντικές δαπάνες ξεπερνούν τα 20 δισ. τουρκικές λίρες. Για να γίνει αντιληπτή η σημασία των αριθμών, είναι χαρακτηριστικό ότι το υπουργείο Γεωργίας το 1963 είχε προϋπολογισμό 440 εκατ. τουρκικές λίρες, ενώ το υπουργείο Άμυνας είχε προϋπολογισμό 2,9 δισ. τουρκικές λίρες. Το 1967 η τουρκική πολεμική βιομηχανία άρχισε την παραγωγή όπλων G-3 και MG-3 με γερμανική βοήθεια. Παράλληλα, η Τουρκία επένδυσε στη δημογραφία. Ο τουρκικός πληθυσμός αυξήθηκε, από 17.820.950 κατοίκους το 1940, σε 35.605.176 κατοίκους το 1970.

Εξετάζοντας την αντίστοιχη οικονομική και δημογραφική εξέλιξη της Ελλάδος την ίδια περίοδο βλέπουμε ότι ο ελληνικός πληθυσμός αυξήθηκε από 6.204.684 το 1928 σε μόλις 8.768.372 το 1971. Παράλληλα, η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας την περίοδο 1923-1973 εστιάζεται κυρίως στη δημιουργία βιομηχανιών καταναλωτικών ειδών, δερμάτων, ελαστικών, χημικών, οικοδομικών υλικών, ενώ απουσιάζει πλήρως η ανάπτυξη εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Οι ελληνικές αμυντικές δαπάνες, αν και σε σταθερές τιμές αυξάνονται (από 7,6 δισ. δραχμές το 1958 σε 9,2 δισ. το 1966 και σε 15,6 δισ. το 1973), ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνονται. Έτσι, από 6,37% το 1958 μειώνονται στο 4,71% το 1966 και το 1973 βρίσκονται στο ίδιο σχεδόν επίπεδο (4,74%). Είναι φανερό, λοιπόν, ότι την περίοδο 1923-1974 ο ελληνικός πληθυσμός αυξάνεται ελάχιστα, ενώ η οικονομική ανάπτυξη δεν χρηματοδοτεί επαρκώς την άμυνα της χώρας και τον αμυντικό μηχανισμό.

Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Τουρκία προχωρά στην εξόντωση της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη (1955) στην Ίμβρο και στην Τένεδο (1964), ενώ στις 20/7/1974, λίγες μέρες πριν από την επέτειο της Συνθήκης της Λωζάννης, εισβάλλει στην Κύπρο. Με δεδομένη τη δημογραφική ανισορροπία αλλά και το γεγονός ότι τις δεκαετίες 1960 και 1970 το ελληνικό ΑΕΠ ήταν μόλις το 76% του τουρκικού, είναι εύκολα κατανοητός ο τουρκικός αναθεωρητισμός.

...στη σύγκρουση με συνεχώς αυξητική τάση

Η περίοδος 1975-2019 παρουσιάζει σχεδόν τα ίδια χαρακτηριστικά μ’ αυτά της πρώτης περιόδου. Όμως αυτή τη φορά η Τουρκία θέτει ένα τεράστιο πλέγμα διεκδικήσεων. Ειδικότερα, θέτει θέμα χωρικών υδάτων, εύρους εναερίου χώρου, υφαλοκρηπίδας, αποστρατιωτικοποίησης νήσων του Αιγαίου, ιδιοκτησίας ακατοίκητων νησίδων, μειονότητας Θράκης και συνεκμετάλλευσης ενεργειακών πόρων Ανατολικής Μεσογείου - Αιγαίου.

Την περίοδο αυτή η τουρκική οικονομική και δημογραφική ισχύς εξακολουθεί να αυξάνεται και η οικονομία εξακολουθεί να χρηματοδοτεί υψηλές αμυντικές δαπάνες. Η τουρκική εκβιομηχάνιση συνεχίζεται με σοβιετική βοήθεια. Είναι χαρακτηριστικό ότι την περίοδο 1974-1980 η Τουρκία έλαβε από την τότε ΕΣΣΔ το ποσό των 8 δισ. δολλαρίων (το υψηλότερο ποσό σοβιετικής βοήθειας σε μη κομμουνιστική χώρα). Με τα χρήματα αυτά δημιουργήθηκαν έξι εργοστάσια βαριάς βιομηχανίας Παράλληλα οι αμυντικές δαπάνες αυξήθηκαν από 869 εκατ. δολάρια το 1970 σε 1,712 εκατ. δολάρια το 1980. Το 1990 οι τουρκικές αμυντικές δαπάνες ανήλθαν στα 3,513 εκατ. δολάρια ενώ το 1998 αυξήθηκαν στα 7.920 εκατ. Η πολεμική βιομηχανία αναπτύχθηκε ραγδαία. Η Τουρκία προχώρησε στη ναυπήγηση φρεγατών, υποβρυχίων, αποβατικών πλοίων, στην παραγωγή αεροπλάνων, ελικοπτέρων, τεθωρακισμένων οχημάτων και αρμάτων μάχης, ασυρμάτων, πυροβόλων κ.λπ. Ο τουρκικός πληθυσμός αυξήθηκε από 44.736.957 κατοίκους το 1980 στους 57.163.085 κατοίκους το 1990, στους 67.803.927 το 2000, στους 75.627.384 το 2012 και στους 80.810.525 το 2017.

Εξετάζοντας την αντίστοιχη οικονομική και δημογραφική εξέλιξη της Ελλάδος την ίδια περίοδο βλέπουμε ότι ο ελληνικός πληθυσμός αυξήθηκε από 8.768.372 το 1971 σε 9.740.417 το 1981 και σε 10.816.286 το 2011. Το 2017 ο πληθυσμός ήταν 10.768.000 και το 2018 μειώθηκε κατά 30.000 άτομα. Την ίδια περίοδο το ελληνικό ΑΕΠ εξακολουθεί να είναι μικρότερο του τουρκικού. Συνολικά την περίοδο 1961-2015 ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ ήταν 2,8% για την Ελλάδα και 4,5% για την Τουρκία. Αν και οι ελληνικές αμυντικές δαπάνες παραμένουν υψηλές, αυτές δεν αφορούν νέους εξοπλισμούς αλλά κυρίως δαπάνες μισθοδοσίας, συντήρησης υλικού, συντάξεων στρατιωτικού προσωπκού, υποδομών κ.λπ. Παράλληλα, η ελληνική πολεμική βιομηχανία βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση. Την περίοδο 1974-2019 κατάφερε να κατασκευάσει υποβρύχια, φρεγάτες, τορπιλακάτους, αρματαγωγά, βοηθητικά πλοία, με μεγάλο κόστος και χρονικές καθυστερήσεις. Πέραν όμως της ναυπηγικής βιομηχανίας, η χώρα ελάχιστα κατάφερε σε επίπεδο παραγωγής υλικού στρατού ξηράς, αεροπορίας και τηλεπικοινωνιών. Το 2018 το τουρκικό ΑΕΠ ήταν σχεδόν 1 τρισ. δολάρια έναντι 250 περίπου δισ. του ελληνικού, δηλαδή σχεδόν τετραπλάσιο.

Είναι φανερό ότι η τουρκική δημογραφική, οικονομική, βιομηχανική και στρατιωτική ισχύς διαχρονικά κάνει άλματα, ενώ η αντίστοιχη ελληνική αυξάνεται ελάχιστα. Οι συντελεστές ισχύος συνεχώς αυξάνονται υπέρ της Τουρκίας. Όσο αυτοί αυξάνονται, τόσο αυξάνεται και η τουρκική επιθετικότητα.

 

Υπεροχή που φθίνει έναντι διεκδικήσεων

Πέραν της οικονομικής / δημογραφικής / στρατιωτικής ισχύος, η λειτουργία των θεσμών αποτελεί έναν σημαντικό και αφανή συντελεστή ισχύος. Η ποιότητα ενός πολιτεύματος δημιουργεί την περίοδο της ειρήνης ευχαριστημένους ή δυσαρεστημένους πολίτες. Αυτοί σε περίοδο πολέμου ή θα πολεμήσουν τον αντίπαλο ή θα παραδοθούν. Εδώ η ελληνική υπεροχή είναι σαφέστατη. Η Ελλάδα είναι μια δημοκρατία όπου το κράτος δικαίου λειτουργεί καλύτερα απ’ ό,τι στη Τουρκία. Ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα στην Τουρκία, η ανεξάρτητη λειτουργία των θεσμών έχει φθίνουσα πορεία, με αποτέλεσμα η λαϊκή δυσαρέσκεια να αυξάνεται. Όμως και η Ελλάδα πρέπει να βελτιώσει τις επιδόσεις της. Το γραφειοκρατικό ελληνικό τέρας πρέπει να αλλάξει. Μόνο την περίοδο 1975-2005 παρήχθησαν 171.500 ρυθμίσεις, 3.430 νόμοι, 20.580 προεδρικά διατάγματα, 114.905 υπουργικές αποφάσεις, 24.010 αποφάσεις περιφερειών, 8.575 δημοτικές αποφάσεις. Η ζωή των πολιτών δεν έγινε ευκολότερη αλλά δυσκολότερη από τη θεσμική πολυνομία. Η προσέλκυση επενδύσεων έγινε επίσης δύσκολη. Η κατάσταση χειροτέρευσε την περίοδο 2005-2018. Έτσι η Ελλάδα, αν και πιο ανοιχτή και δημοκρατική κοινωνία από την Τουρκία, κινδυνεύει να απωλέσει και αυτή την παράμετρο ισχύος.

Οι τουρκικοί στόχοι της περιόδου 2020-2040 αφορούν στη δημιουργία ενός μεγάλου μουσουλμανικού κράτους στα Βαλκάνια (Αλβανία, Βοσνία, Κόσσοβο, αλβανικοί πληθυσμοί ΠΓΔΜ) και την πυρηνικοποίηση της χώρας. Αν οι στόχοι αυτοί επιτευχθούν, τότε η Τουρκία θα μπορεί να προχωρήσει στην επανασύσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αφού, ειδικά αν εισχωρήσει στον όμιλο των πυρηνικών δυνάμεων, θα είναι κατά τη γνώμη της αήττητη.

Ελληνική αποτρεπτική στρατηγική

Η ελληνική πλευρά έχει ορθώς προχωρήσει σε μια πολιτική συμμαχιών σε τοπικό και διεθνές επίπεδο με στόχο την ανάσχεση της Τουρκίας. Ειδικότερα η συμμαχία Ελλάδας - Κύπρου - Αιγύπτου - Ισραήλ - Βουλγαρίας - Ρουμανίας - Σερβίας, η στρατηγική συμμαχία με τις ΗΠΑ και τη Γαλλία στην ανατολική Μεσόγειο αποτελούν ορθότατες κινήσεις, όμως η Ελλάδα πρέπει να πάψει να αποδέχεται παθητικά τη συνεχή διεύρυνση της ανισορροπίας των συντελεστών ισχύος. Μια νέα δημογραφική και αναπτυξιακή πολιτική σε συνδυασμό με ένα νέο πρόγραμμα εξοπλισμού των Ενόπλων Δυνάμεων θα πρέπει να αποτελέσουν τους άξονες της ελληνικής πολιτικής για τις δύο επόμενες κρίσιμες δεκαετίες.

Τέλος, η επίκληση του διεθνούς δικαίου, αν και ορθή, από μόνη της δεν επαρκεί για να ανασχέσει την τουρκική αναθεωρητική προσπάθεια. Η διπλωματία είναι ισχυρή μόνο όταν τα κράτη έχουν εσωτερική στρατιωτική, οικονομική, βιομηχανική, δημογραφική και θεσμική υπόσταση. Ο Θουκυδίδης στον διάλογο Αθηναίων - Μηλίων τονίζει ότι, όταν οι κάτοικοι της αδύναμης Μήλου προσέφεραν τη συμμαχία τους στους ισχυρούς Αθηναίους, έλαβαν την ακόλουθη απάντηση απ’ αυτούς: «Κι εμείς δεν θα πούμε ότι δίκαια έχουμε την ηγεμονία μας επειδή νικήσαμε τους Πέρσες, αφού ξέρετε ότι, κατά την κρίση των ανθρώπων, το δίκαιο λογαριάζεται όταν υπάρχει ίση δύναμη για την επιβολή του, κι όταν αυτό δεν συμβαίνει, οι δυνατοί κάνουν όσα τους επιτρέπει η δύναμή τους κι οι αδύναμοι υποχωρούν και αποδέχονται» (Θουκυδίδης V 84-116, ειδικά 89).

Μήλιοι: «Ώστε δεν θα δεχθείτε να είμαστε φίλοι σας, μένοντας ήσυχοι, αντί εχθροί;».

Αθηναίοι: «Όχι, γιατί δεν μας βλάπτει τόσο η έχθρα σας όσο η φιλία σας, η οποία στα μάτια των υπηκόων μας θα ήταν απόδειξη αδυναμίας, ενώ το μίσος σας απόδειξη της δύναμής μας» (Θουκυδίδης V 84-116, ειδικά 94-95).

H Τουρκία, διάβασε (και εφάρμοσε) τον Θουκυδίδη την περίοδο 1923-2019. Θα συνεχίσει και τις επόμενες δεκαετίες, ανεξάρτητα ποιος θα είναι ο ηγέτης της. Η ελληνική πλευρά τι θα πράξει; Θα αποκτήσει λογική ισχύος ή όχι; Αν το 2040 η Τουρκία έχει πληθυσμό άνω των 110 εκατομυρίων και είναι πυρηνική δύναμη, και παράλληλα έχει δημιουργήσει (και εξοπλίσει) στα βόρεια σύνορα της Ελλάδος ένα μουσουλμανικό κράτος πλέον των 15 εκατομμυρίων, τότε η Ελλάδα θα επικαλεστεί... το διεθνές δίκαιο; Και ποιoς θα την ακούσει;

* Οικονομολόγος-Διεθνολόγος. Διδάσκει στο ΕΚΠΑ και σε στρατιωτικές σχολές.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ, τεύχος 403

 

ΣΧΟΛΙΑ