Συμβιβασμός - «βελούδινος» εκβιασμός
  Παρασκευή, 24 Μάρ 2017      16:18      0

Συμβιβασμός - «βελούδινος» εκβιασμός

Το εκκρεμές της καταστροφικής τροχιάς του νεοφιλελεύθερου προτύπου της λιτότητας φαίνεται ότι άγγιξε το ανώτατό του άκρο. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η ιστορία μάς διδάσκει ότι είτε θα επέλθει ένας μετριασμός και θα αναζητηθεί ένα νέο σημείο ισορροπίας είτε θα οδηγηθούμε νομοτελειακά στην καταστροφή.

Στην κρίσιμη περίοδο που διανύουμε, η χώρα μας κινείται στο ιστορικό «ναρκοπέδιο» που καθορίζεται από δύο μείζονος σημασίας ιστορικές συντεταγμένες. Η πρώτη αφορά στην αναδίπλωση και «μεταμφίεση» της παγκοσμιοποίησης, η οποία αναζητεί μεθόδους ενσωμάτωσης της κοινωνικής αντίδρασης και εκδηλώθηκε με το Brexit, την εκλογή Τραμπ και την επαπειλούμενη αντιπαράθεση μεταξύ των ΗΠΑ και της Γερμανίας ή, καλύτερα, της γερμανικής Ευρώπης.

Στην κυρίαρχη αυτή «περιβάλλουσα» εκδηλώνεται στο εσωτερικό της Ευρώπης μια κίνηση αμφισβήτησης –έστω και δειλά– της παντοδυναμίας του προτύπου της νεοφιλελεύθερης λιτότητας, μια αμφισβήτηση που σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο οδηγεί στην προσπάθεια απεγκλωβισμού της Σοσιαλδημοκρατίας από τους ακραίους συντηρητικούς κήρυκες της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας, ενώ στο έτερο άκρο η Ακροδεξιά, η εσωστρέφεια, ο ρατσισμός ενισχύουν το πολιτικό και εκλογικό τους «κεφάλαιο».

Είναι απολύτως αναγκαίο να λαμβάνουμε ως σημαντική αφετηρία των αναλύσεων και προσεγγίσεών μας αυτές τις καθοριστικού χαρακτήρα εξελίξεις, με όλες τις αντιφάσεις που τις διατρέχουν. Γιατί εντέλει η περίφημη διαπραγμάτευση, όπως και η «πολυπόθητη» αξιολόγηση δεν αποτελούν παρά πολιτικές εκφράσεις και «παράγωγα» των κυρίαρχων αυτών αντιθέσεων.

 

Διαπραγμάτευση: Στο πεδίο των μεγάλων συγκρούσεων

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, όχι απλώς η έκβαση της αξιολόγησης, αλλά το ίδιο το μέλλον της χώρας και του λαού της θα καθοριστεί τόσο από τους αντικειμενικούς όρους που διαμορφώνονται την περίοδο αυτή όσο και από τις υποκειμενικές στοχοθεσίες και δράσεις των βασικών «πρωταγωνιστών» του ελληνικού δράματος.

Πρώτη παράμετρος: Στους αντικειμενικούς παράγοντες θα κατατάξουμε την επιχειρούμενη –τόσο σε κοινωνικοεκλογικό όσο και σε ιδεολογικοπολιτικό αντίστοιχα επίπεδο– αναδιάταξη της κομματικής - πολιτικής εκπροσώπησης της γερμανικής ελίτ. Η έστω και δειλή διαφοροποίηση του SPD, του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, στη γερμανική σκηνή δεν συνιστά μόνο μια αναγκαία κίνηση αυτοσυντήρησης και απεγκλωβισμού της Σοσιαλδημοκρατίας από το νεοφιλελεύθερο πρότυπο. Σο βάθος της αποτελεί επίσης μια απόπειρα εκ νέου «νομιμοποίησης» της γερμανικής ηγεμονίας, που εξελίχθηκε τα τελευταία χρόνια σε μια αυταρχικού - τυραννικού τύπου εξουσία.

Η διαφαινόμενη «απομόνωση» του «συστήματος» Σόιμπλε αποτελεί καταρχάς αποτέλεσμα της αδυναμίας προσαρμογής του σκληρού πυρήνα των συμφερόντων που εκπροσωπεί ο ίδιος ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, όμως στο ζήτημα αυτό δεν πρέπει να καλλιεργούνται αυταπάτες. Το Plan B της γερμανικής ελίτ για τη θωράκιση του σκληρού πυρήνα των «προθύμων» της γερμανικής κυριαρχίας, με τη διαμόρφωση μιας Ευρωζώνης δύο ή και περισσότερων ταχυτήτων, μπορεί –εάν το επιτρέψουν οι ευρύτεροι συσχετισμοί– να μετατραπεί άμεσα σε Plan A από τη γερμανική ελίτ.

Ο γερμανικός «σχεδιασμός» λαμβάνει υπόψη του το γεγονός της επερχόμενης πολιτικοοικονομικής αντιπαράθεσης με τον Ντόναλντ Τραμπ αλλά και τον κίνδυνο απώλειας της «πολιτικής νομιμοποίησης» της Γερμανίας από τη Γαλλία μετά τις εκλογές στην τελευταία. Γιατί ακόμα κι αν δεν εκλεγεί στη γαλλική προεδρία η Μαρίν Λεπέν, το Εθνικό Μέτωπο, ισχυροποιημένο και συμπαγές πολιτικά και κοινωνικά, θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τις όποιες εξελίξεις.

Γι’ αυτό και η γερμανική στρατηγική προετοιμάζεται για μια αναγκαία ιστορική αναδίπλωση. Οι «φωνές» για επάνοδο στο μάρκο ίσως και να ενισχυθούν στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, ενώ δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο το γεγονός του «επαναπατρισμού» σημαντικού τμήματος των αποθεμάτων χρυσού στη Γερμανία. Η «προετοιμασία εδάφους» είναι σαφής και πολυδιάστατη, και ουδείς επιτρέπεται να την αγνοήσει.

 

Οι διαμορφούμενοι θετικοί συσχετισμοί

Δεύτερη παράμετρος: Εναντίον της καταστροφικής αυτής για την υπόλοιπη Ευρώπη στρατηγικής, θεσμικά κέντρα πολιτικοοικονομικών αποφάσεων και πρόσωπα που τα εκπροσωπούν επιδιώκουν να αποτρέψουν μια νέα μείζονα κρίση, που θα έχει ως «πυροκροτητή» το συνεχώς και με συνέπεια προωθούμενο Grexit από το «σύστημα» Σόιμπλε.

Η «αφανής» παρέμβαση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, στη Γερμανίδα καγκελάριο οδήγησε την ίδια σε αναδίπλωση και αναίρεση της δήλωσής της στη Μάλτα περί Ευρωζώνης δύο ταχυτήτων και την ανάγκασε να παρέμβει στον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, επισείοντάς της ο ίδιος ο πρόεδρος της ΕΚΤ τον κίνδυνο της κατάρρευσης των τραπεζών στην Ιταλία και στην Πορτογαλία στην περίπτωση νέας κρίσης στην Ευρωζώνη.

Καταληκτικά, Κομισιόν, ΕΚΤ και η επιχειρούμενη «επανάκαμψη» του SPD διαμορφώνουν έναν άτυπο μεν, αλλά δρώντα πολιτικοοικονομικό συσχετισμό, ένα μέτωπο αποτροπής απέναντι στα σχέδια και τις στοχοθεσίες του «συστήματος» Σόιμπλε. Σε κάθε περίπτωση πάντως, προς αποτροπή κάθε επιπόλαιας αισιόδοξης προσέγγισης, η εμβέλεια και η αποτελεσματικότητα του θετικού αυτού συσχετισμού παραμένουν ανοιχτό ερώτημα.

Η κρίσιμη συνάντηση της 20ής Φεβρουαρίου προσλαμβάνει και συμβολικό και πραγματικό χαρακτήρα. Το βασικό ερώτημα δεν είναι «συμφωνία ή αποτυχία», μια αποτυχία που θα οδηγούσε αναπόφευκτα «εις τας ειδούς του Μαρτίου», δηλαδή σε έναν επικίνδυνο χρονικό και πολιτικό «εκτροχιασμό».

Το βασικό ερώτημα είναι εάν, με τους δεδομένους συσχετισμούς και τις ετερόκλητες και συχνά συγκρουόμενες σκοπιμότητες και στοχοθεσίες, μπορεί να υπάρξει μια συμφωνία ικανή να διαμορφώσει πραγματικές, πρακτικές και υλοποιήσιμες προοπτικές εξόδου από την κρίση ή εάν, αντίθετα, θα επικρατήσουν οι μακροοικονομικού χαρακτήρα συγκλίσεις και συμβιβασμοί που θα αναπαραγάγουν τη σπειροειδή τροχιά της κρίσης, την οποία διανύουν η χώρα και η ελληνική κοινωνία επί εφτά συνεχή χρόνια.

 

«Τα συνεταιράκια» ΔΝΤ - Σόιμπλε

Η γερμανική προπαγάνδα και οι μείζονες πολιτικές σκοπιμότητες που εγκατέστησαν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην «καρδιά» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ευρωζώνη, καλλιέργησαν και καλλιεργούν τον μύθο της αντίθεσης και σύγκρουσης μεταξύ ΔΝΤ και Βερολίνου.

Στην πράξη, το Ταμείο χρησίμευσε ως πολιτικό και οικονομικό προκάλυμμα, ως νομιμοποιητικός μηχανισμός του «συστήματος» Σόιμπλε. Σήμερα, παρά τη διαφαινόμενη αντίθεση ΗΠΑ - Ευρώπης, υπάρχουν συγκλίνοντες –έστω και έμμεσα– στόχοι, προωθούνται συμπληρωματικού τύπου επιλογές τόσο από το ΔΝΤ όσο και από τον σκληρό πυρήνα της γερμανικής ελίτ.

Στόχος των ΗΠΑ είναι η διάλυση της ΕΕ και της Ευρωζώνης. Ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει την επέκταση του Brexit και τη διάλυση της γερμανικής Ευρώπης. Οι πέραν κάθε ορίου οικονομικής λογικής απαιτήσεις του ΔΝΤ για το αφορολόγητο και το ασφαλιστικό (θέματα που έχουν συμφωνηθεί από το καλοκαίρι του 2016), ενώ ταυτόχρονα η Κριστίν Λαγκάρντ «καταπίνει» το «κούρεμα» του ελληνικού χρέους και αρκείται στη χρονική, εις βάθος, παράτασή του, αποδεικνύουν προθέσεις σύγκρουσης και όχι συμβιβασμού με την Ελλάδα. Κι όλα αυτά ώστε το ΔΝΤ να αποσυρθεί «ευπρεπώς», απεκδυόμενο πάσης ευθύνης για την Ευρωζώνη. Ο ρόλος του «τεχνικού συμβούλου» αποτελεί το σημείο ισορροπίας και τηρεί όλα τα προσχήματα, ιδιαίτερα για τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, για τον οποίο το Grexit αποτελεί πλέον τμήμα της προεκλογικής του εκστρατείας και απευθύνεται στους πλέον ακραίους συντηρητικούς, ακόμα και ακροδεξιούς - εθνικιστικούς «κύκλους».

Σ’ έναν «συμβιβασμό» που θα πρέπει να οδηγεί σε μια ορατή διέξοδο, ούτε οι απαιτήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου μπορούν να ψηφιστούν προκαταβολικά ούτε θηριώδη πλεονάσματα της τάξης του 3,5% για τα επόμενα χρόνια μπορούν να επιτευχθούν. Όσο για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, ούτε σε ευχολόγια μπορούν να εξαντληθούν ούτε να παραπέμπονται εσαεί (πρακτική που ακολουθείται από τον Νοέμβριο του 2012) για την επομένη των εκάστοτε γερμανικών εκλογών.

 

Διέξοδος ή παραμονή στην επτάχρονη «σπείρα»;

Ασφαλώς, οι συνθήκες και οι συσχετισμοί σήμερα είναι σαφώς διαφοροποιημένοι από το καλοκαίρι του 2015. Όμως σε κάθε περίπτωση τα τεχνητά αδιέξοδα, οι απειλές, τα τετελεσμένα, τα ασφυκτικά χρονικά όρια αλλά και η αμφιλεγόμενη στάση, στις κρίσιμες ώρες, των «υποστηρικτών» μας διαμορφώνουν και πάλι τους όρους ενός «βελούδινου» εκβιασμού με «πινελιές» πραξικοπήματος.

Η κυβέρνηση θα πρέπει να αποφύγει το ενδεχόμενο ενός σοβαρού πολιτικού κόστους, που δεν θα είναι απλώς κομματικό, αλλά θα έχει ευρύτερες αρνητικές συνέπειες για την ίδια την κοινωνία και θα αποδυναμώσει ή και θα ακυρώσει τα όποια θετικά βήματα επιτυγχάνονται στο οικονομικό επίπεδο. Γιατί, σε τελική ανάλυση, το πραγματικό οικονομικό και πολιτικό κυρίως περιεχόμενο του συμβιβασμού ίσως αποδειχτεί κρισιμότερο ακόμα και της «συμφωνίας» (τρίτο Μνημόνιο) της 13ης Ιουλίου του 2015 και για τη χώρα και για την ελληνική κοινωνία.

ΣΧΟΛΙΑ