Στη σκιά των οικονομικών εξελίξεων: Πτώση χωρίς αλεξίπτωτο για την
αντιπολίτευση
  Παρασκευή, 27 Μάι 2016      00:01      0

Στη σκιά των οικονομικών εξελίξεων: Πτώση χωρίς αλεξίπτωτο για την αντιπολίτευση

του Μενέλαου Γκίβαλου

Διανύουμε τα τελευταία κρίσιμα εικοσιτετράωρα πριν από το Eurogroup της 24ης Μαΐου, οι αποφάσεις και η τελική έκβαση του οποίου συνιστούν εκ των πραγμάτων έναν σημαντικό σταθμό στον εξαετή «Γολγοθά» που διανύει η χώρα και η ελληνική κοινωνία.

Μια θετική κατάληξη του Eurogroup της 24ης Μαΐου θα επαναδιατάξει και θα αποκρυσταλλώσει τους συσχετισμούς και τα μέτωπα τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και σε σχέση με το σύνθετο πλέγμα πολιτικοοικονομικών συμφερόντων που αποκαλείται συμβολικά «δανειστές», έπειτα από μια μακρά περίοδο δοκιμασίας, που ξεκίνησε με τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015.

Το σενάριο της «αριστερής παρένθεσης», που προεβλέπετο για την άνοιξη του 2015 και το οποίο είχαν εκπονήσει –και προετοιμάσει επιμελώς από το φθινόπωρο του 2014– το «σύστημα» Σόιμπλε και οι εγχώριοι εντολοδόχοι του, απέτυχε. Το επόμενο σενάριο, που προέβλεπε ανατροπή της ελληνικής κυβέρνησης το καλοκαίρι του 2015 και «μετάβαση» σε οικουμενικά - χειραγωγούμενα σχήματα, ακυρώθηκε από τον ίδιο τον ελληνικό λαό τον Σεπτέμβριο του 2015.

Το επόμενο σενάριο που ευαγγελίζετο είτε την πτώση της κυβέρνησης από τις κοινωνικές αντιδράσεις λόγω των μνημονιακών μέτρων είτε την πλήρη αποτυχία των διαπραγματεύσεων και της αξιολόγησης, αυτοακυρώθηκε και «εξαχνούται» ήδη μέρα με τη μέρα.

Υπάρχει ένας βασικός «νόμος» στην πολιτική: όταν ένας πολιτικός φορέας, ένα σύστημα εξουσίας παράγει θέσεις και καθορίζει τις εξελίξεις, τότε κάθε αντίπαλο σχήμα εξουσίας που αυτοκαθορίζεται από την προσδοκία αποτυχίας του πρώτου (χωρίς το ίδιο να παράγει πολιτική) αυτόματα βρίσκεται στο κενό και εκφυλίζεται πολιτικά, κοινωνικά, ιδεολογικά.

Σ’ αυτή τη θέση βρίσκεται σήμερα όχι μόνο η αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά το σύνολο των κομμάτων που στηρίζουν την παρουσία και την «πολιτική» τους «ποντάροντας» στην αποτυχία της κυβέρνησης, σε αγαστή, μάλιστα, συνεργασία και οιονεί «διαβούλευση» με το σύστημα της διαπλοκής και τον «σκληρό πυρήνα» των δανειστών.

«Εκτός θέματος» η αξιωματική αντιπολίτευση

Η ΝΔ διανύει σήμερα με ταχείς ρυθμούς την καθοδική κλίμακα της αναξιοπιστίας και του ευτελισμού της. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρέλαβε αυτούσια την ακροδεξιά «κληρονομιά» του Αντώνη Σαμαρά, την «εμπλούτισε» δε με γενναίες δόσεις νεοφιλελευθερισμού, ταυτιζόμενος πλήρως με τις πλέον ακραίες θέσεις του ΔΝΤ και του «σκληρού πυρήνα» των δανειστών. Παραιτήθηκε με τον τρόπο αυτό από τον μείζονα πολιτικό του ρόλο, να απευθυνθεί με θέσεις, με πρόγραμμα σαφές και με συγκεκριμένες λύσεις προς την κοινωνία και τις παραγωγικές τάξεις.

Το χειρότερο; Έχοντας ενσωματώσει και ιδιοποιηθεί πλήρως τον ρόλο του εντολοδόχου και του πολιτικού «ντίλερ» των ακραίων κύκλων των δανειστών, δεν κατάλαβε ότι οι συσχετισμοί και οι επιλογές των δανειστών είχαν σοβαρά μεταβληθεί από το 2015 μέχρι σήμερα.

Το τοπίο έχει ριζικά τροποποιηθεί. Ο γεωγραφικός και γεωστρατηγικός «χώρος» της Ελλάδας, η κρίση του Προσφυγικού, οι αλλαγές συμμαχιών στον χώρο της Μέσης Ανατολής καθιστούν αναγκαία την πολιτική σταθερότητα στην Ελλάδα. Οι δανειστές μας, φυσικά, δεν «αγάπησαν» ξαφνικά ούτε τον Αλέξη Τσίπρα ούτε τον ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, ακόμα και για τους δικούς της λόγους αλλά και διότι τροποποιήθηκαν οι ίδιοι οι εσωτερικοί συσχετισμοί στον ευρωπαϊκό χώρο με τη δειλή αλλά σταδιακά διευρυνόμενη διαφοροποίηση της Σοσιαλδημοκρατίας, δεν επιδιώκουν μια περαιτέρω αποσταθεροποίηση της χώρας μας και της περιοχής μας.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης όμως, κινούμενος από τις δυνάμεις αδρανείας της πολιτικής του «εθελοδουλίας», δεν αντελήφθη καν τις ριζικές αυτές αλλαγές. Έφτασε, μάλιστα, να ζητεί εκλογές στην πλέον κρίσιμη περίοδο των διαπραγματεύσεων, γιατί αυτό απαίτησε το σύστημα της διαπλοκής και της διαφθοράς, το οποίο σωστά εκτίμησε –και εκτιμά– ότι η σταθεροποίηση και το θετικό «πολιτικό κεφάλαιο» που αποκτά η ελληνική κυβέρνηση από την επιτυχή κατάληξη των διαπραγματεύσεων δρομολογούν το πέρας της δικής του οικονομικής και πολιτικής εξουσίας.

Είναι, συνεπώς, φυσικό επακόλουθο η σημερινή ΝΔ, ένα πολιτικό «μόρφωμα» με απόλυτα κυρίαρχη την ακροδεξιά - νεοφιλελεύθερη αντίληψη και πρακτική, να μετατρέπεται σε πολιτικό εκφραστή και «τροφείο» των φορέων της διαπλοκής, των κάθε λογής φοροφυγάδων που κοσμούν τις ανά την υφήλιο λίστες, ακόμα και των κατηγορουμένων για εκβιασμούς δημοσιογράφων. Υπό τις συνθήκες αυτές, και δεδομένου του σοβαρού πολιτικού ελλείμματος της σημερινής ηγεσίας της ΝΔ, δεν αποκλείονται «εξελίξεις» το επόμενο διάστημα.

Κεντροαριστερά: «Αφες τους νεκρούς θάπτειν τους εαυτών νεκρούς»

Στο στρατόπεδο της δήθεν «Κεντροαριστεράς» επιχειρείται εδώ και δύο τουλάχιστον χρόνια από το σύστημα συμφερόντων να κατασκευαστεί, κυριολεκτικά, ένα πολιτικό μόρφωμα ως ανάχωμα του ΣΥΡΙΖΑ. Την περίοδο αυτή την «εργολαβία» έχει αναλάβει το ΠΑΣΟΚ, όμως η αποτυχία του θνησιγενούς αυτού εγχειρήματος είναι προφανής.

Κατά πρώτον, το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να αποκτήσει αυτόνομη ιδεολογικοπολιτική υπόσταση, καθ’ όσον εξακολουθεί να τελεί υπό την πλήρη ομηρία της διαπλοκής, ενώ κυρίαρχο ρόλο στο εσωτερικό του διαδραματίζουν πρόσωπα και φορείς του σημιτικού εκσυγχρονισμού. Οι οριακές διαφοροποιήσεις του από τη ΝΔ είναι εμφανώς προσχηματικές, αφού κοινή διαμεσολαβητική βάση και για τα δύο κόμματα αποτελεί η δομή της διαπλοκής.

Το εγχείρημα της συνεργασίας του ΠΑΣΟΚ με το Ποτάμι διελύθη σύντομα «εις τα εξ ων συνετέθη». Το νεοφιλελεύθερο «κέντρο βάρους» του Ποταμιού το οδηγεί με επιταχυνόμενους ρυθμούς στη φυσική του κοίτη, τη ΝΔ, γι’ αυτό σήμερα ο επικεφαλής του, Σταύρος Θεοδωράκης, αναζητά έναν εύσχημο «ντιλ» για την τελική ενσωμάτωση του μορφώματος αυτού στη ΝΔ. Για το Ποτάμι το ΠΑΣΟΚ αποτελεί έναν ασήμαντο και χωρίς καμία προοπτική εταίρο, που θα το παρασύρει στη δική του διαλυτική πορεία.

Οι θετικές εξελίξεις στην πορεία και την κατάληξη των διαπραγματεύσεων αφήνουν, συμπερασματικά, το κόμματα της αντιπολίτευσης έωλα και μετέωρα, ανίκανα να απεγκλωβιστούν τόσο από τα «πεπραγμένα» της μνημονιακής τους διακυβέρνησης όσο και από τα συμφέροντα που το στηρίζουν.

«Πολιτικό» χρέος - πραγματική οικονομία

το στοίχημα των κυβερνώντων

Όμως τόσο για τον ΣΥΡΙΖΑ όσο και για την κυβέρνηση τα όποια πολιτικά κέρδη στηρίζονται σε λεπτές ισορροπίες. Η θετική προοπτική που διανοίγεται «σκιάζεται» από τα σκληρά μέτρα, τα οποία, παρά τα κοινωνικά - ταξικά κριτήρια κατανομής των βαρών, παραμένουν επώδυνα σε μια ημικατεστραμμένη οικονομική και παραγωγική δομή, πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν οι θετικές συνέπειες στην πραγματική οικονομική και κοινωνική ζωή χρειάζονται χρόνο για να καταστούν εμφανείς.

Ένα ιδιαίτερα θετικό πολιτικό κεφάλαιο για την ελληνική κυβέρνηση –και γενικότερα για την πορεία της χώρας– θα μπορούσε να αποτελέσει η ρύθμιση για το χρέος, που συνιστά στο περιεχόμενό της μια καθαρά πολιτική απόφαση.

Αποτελεί όμως, δυστυχώς, ένα πιθανό ενδεχόμενο οι οριστικές και λεπτομερείς αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους να διαχωριστούν από τις τελικές συμφωνίες για την αξιολόγηση και τη διαπραγμάτευση και να παραπεμφθούν για το επόμενο διάστημα. Η ριζική αντιμετώπιση του χρέους συνιστά για το ΔΝΤ το κύριο και έσχατο πολιτικό του επιχείρημα, ενώ για το «σύστημα» Σόιμπλε μια «ανώδυνη», μια «λάιτ» λύση για το χρέος αποτελεί το εργαλείο για τη διατήρηση της οιονεί πολιτικής και οικονομικής πατρωνίας της γερμανικής ελίτ πάνω στη χώρα μας. Γι’ αυτό και οι τελικές αποφάσεις για το χρέος θα καθορίσουν και το εύρος και την εμβέλεια της διεξόδου που θα προκύψει το επόμενο διάστημα για τη μελλοντική πορεία της πατρίδας μας.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, πρέπει, πέραν της μνημονιακής μακροοικονομικής «αισιοδοξίας», να υλοποιήσουμε έναν συγκεκριμένο οικονομικό - παραγωγικό σχεδιασμό, με βάση τις πραγματικές οικονομικές, κοινωνικές και πνευματικές δυνατότητες της χώρας και του λαού μας. Μόνο τότε οι όποιες θετικές εξελίξεις των διαπραγματεύσεων θα αποκτήσουν ουσιαστικό νόημα και περιεχόμενο.

 

Τεύχος 341

ΣΧΟΛΙΑ