ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΚΑΜΠΟΤΖΗ - Η ιερή πόλη Άνγκορ και η ζωή στην
ύπαιθρο
  Τετάρτη, 2 Φεβ 2011      13:08      0

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΚΑΜΠΟΤΖΗ - Η ιερή πόλη Άνγκορ και η ζωή στην ύπαιθρο

ΚΕΙΜΕΝΟ-ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΗΛΙΑΣ ΧΑΤΖΑΚΗΣ

ilias.hatzakis@gmail.com



Η ώρα είναι έξι, σουρουπώνει, προχωρημένος Αύγουστος στον Τροπικό...

Επιστρέφουμε έπειτα από μια εξουθενωτική ημέρα στην αρχαία πόλη Άνγκορ. Το ξενοδοχείο αποπνέει ατμόσφαιρα Μεσοπολέμου στις αποικίες. Αισθητική γαλλικής Ινδοκίνας. Κυριαρχεί το ξύλο, τα σκαλιστά πορτοπαράθυρα, το δέσιμο με την τροπική βλάστηση, οι ήχοι των πουλιών. Ξαφνικά, μέσα σε δευτερόλεπτα, ο ουρανός ανοίγει και ξεσπά μια τρομερή τροπική καταιγίδα. Βουτάμε στην πισίνα για κολύμπι λυτρωτικό, μέσα στο σκοτάδι, στην καταρρακτώδη βροχή, στα εκκωφαντικά αστραπόβροντα και στην οργιαστική βλάστηση που μας περιβάλλει ως φυσικό ντεκόρ. Μας φέρνουν τσάι και τοπικούς χυμούς, οι μύες του προσώπου μαλακώνουν και χαλαρώνουν. Η καταιγίδα θα κρατήσει καμιά ώρα ακόμα με την ίδια ένταση. Είναι ένα τυπικό απόγευμα στο Σιέμ Ριπ, την κωμόπολη-αφετηρία για τους ναούς της Άνγκορ. Και η καλύτερη δυνατή κατάληξη μετά από την εξοντωτική από τη ζέστη και την υγρασία πεζοπορία.

Το ταξίδι στην Καμπότζη κρύβει δυνατές συγκινήσεις. Οι βασικοί λόγοι της πρόσφατης ραγδαίας τουριστικής ανάπτυξης της χώρας είναι οι απερίγραπτης ομορφιάς ναοί της αυτοκρατορίας των Χμερ –Χμερ ονομάζονταν και ονομάζονται όλοι οι κάτοικοι της Καμπότζης, ας μην τους συγχέουμε με τους Ερυθρούς Χμερ– και η εντυπωσιακή της φύση. Εκείνα όμως τα στοιχεία που σημαδεύουν το βίωμα της παραμονής στη χώρα είναι η ζεστασιά των ανθρώπων της αλλά και τα ζωντανά σημάδια της πρόσφατης συγκλονιστικής ιστορίας της.

Τα σκοτεινά χρόνια

Ας ασχοληθούμε λίγο με την ιστορία της πριν συνεχίσουμε το ταξίδι μας. Πρόκειται πραγματικά για μια από τις πιο θλιβερές εθνικές ιστορίες που μπορεί να διηγηθεί κανείς. Ο λαός της υπέφερε με τρόπο που σου ματώνει την καρδιά για δύο δεκαετίες, παρότι πριν από αυτό επιδίωξε σθεναρά την ουδετερότητα, τη σταθερότητα και την ειρήνη και δεν διεκδίκησε ξένα εδάφη. Κι όμως αυτός ο λαός, σχεδόν ολοκληρωτικά, έπεσε θύμα μιας απερίγραπτης εξαθλίωσης και ταπείνωσης. Αμέτρητες ψυχές αφανίστηκαν από την πείνα, τις αρρώστιες και τις εκτελέσεις από το απάνθρωπο καθεστώς του Πολ Ποτ, ενώ στη συνέχεια οι διεθνείς και περιφερειακές συγκυρίες έκαναν τον πόλεμο στο εσωτερικό να μαίνεται για ακόμα είκοσι χρόνια και το έδαφός της να κρύβει φονικές νάρκες ακόμα και σήμερα.

Μια μακρά σειρά γεγονότων –θα αναφερθούμε σε αυτά αναλυτικά στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος– έφερε τις δυνάμεις των Ερυθρών Χμερ να καταλαμβάνουν την εξουσία το 1975. Το νέο καθεστώς αφάνισε μέσα σε λίγες ημέρες κάθε έννοια αστικής ζωής, στέλνοντας τη μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων των πόλεων στην ύπαιθρο για να καλλιεργήσουν τους ελώδεις αγρούς, στο όνομα μιας αγροτικής ουτοπίας που θα χτιζόταν με εργαλεία τις τύχες των ανθρώπων. Παράλληλα, αρχίζει ένα παραλήρημα φυλακίσεων και εκτελέσεων με κριτήριο το επάγγελμα, το εισόδημα, το επίπεδο μόρφωσης και την κοινωνική τάξη. Πρέπει η χώρα να καθαριστεί άμεσα από τους διαβρωμένους αστούς.

Από την πρώτη ημέρα καταργούνται τα χρήματα και η ιδιωτική ιδιοκτησία, ενώ εγκαθίστανται ως αξιωματούχοι της κυβέρνησης και του στρατού αναλφάβητοι αγρότες και νεαρά παιδιά. Ιδρύεται νέο ημερολόγιο, το 1975 ονομάζεται χρόνος 0 και η χώρα μπαίνει σε μια αυτοκαταστροφική τροχιά κόβοντας, συμβολικά και κυριολεκτικά, κάθε δεσμό με το παρελθόν αλλά και με τη λογική.

Στη διάρκεια των τεσσάρων χρόνων που ακολουθούν, η φρίκη είναι η μόνη λέξη που μπορεί να περιγράψει την κατάσταση. Ο αριθμός των νεκρών υπολογίζεται από 1 έως 3 εκατομμύρια, οι περισσότεροι από την πείνα και τις αρρώστιες. Η ταινία «Killing fields» του Roland Joffé (1984) αποκαλύπτει με ευαισθησία την ατμόσφαιρα της εποχής μέσα από την πραγματική ιστορία ενός Καμποτζιανού δημοσιογράφου που κατάφερε να ξεφύγει, έχοντας πρώτα βιώσει όλη τη φρίκη των σκοτεινών χρόνων.

Το καθεστώς καταφέρνει, με τη στήριξη της Κίνας, να σταθεί στο διεθνές στερέωμα χωρίς επίσημη αναγνώριση. Κάνει όμως το λάθος, σε ένα εθνικιστικό παραλήρημα, να προκαλέσει το γειτονικό Βιετνάμ, που το 1979, με μια αναίμακτη εισβολή, καταλαμβάνει τη χώρα. Οι δυνάμεις του Πολ Ποτ εκτοπίζονται στα δυτικά και εγκαθίσταται μια ελεγχόμενη ήπια κυβέρνηση που αποκαθιστά προσωρινά την τάξη. Όχι όμως για πολύ, γιατί μια σειρά από παράδοξα γεγονότα βάζει τη χώρα σε τροχιά εμφύλιου. Η χειρότερη συνέπεια του πολέμου αυτού ήταν η ναρκοθέτηση της χώρας απ’ άκρη σ’ άκρη, γεγονός που δημιούργησε μια ολόκληρη γενιά ακρωτηριασμένων.

Το 1989 το Βιετνάμ αποσύρεται και εγκαθίστανται δυνάμεις του ΟΗΕ. Η δεκαετία του ’90 παραμένει ταραγμένη, αλλά αρχίζει να αχνοφέγγει μια πορεία προς την ειρήνη και την ευημερία. Ο πόλεμος τελειώνει, οι νάρκες σε μεγάλο βαθμό καθαρίζονται, το αίσθημα ασφάλειας αποκαθίσταται. Από το τέλος της δεκαετίας και μετά η χώρα μπαίνει επιτέλους σε έναν ενάρετο κύκλο. Εκλογές γίνονται τακτικά και καταλήγουν σε συμμετοχικές κυβερνήσεις, τα μνημεία της Άνγκορ αποκαλύπτονται εκ νέου και δίνουν πνοή σε ένα νέο κύμα εσόδων, τον τουρισμό. Και μιλώντας για τουρισμό…

 

Η τουριστική ζωή στο Σιέμ Ριπ

…βρίσκουμε την ευκαιρία να ξαναγυρίσουμε στο ταξίδι μας. Πού είχαμε μείνει; Α ναι, στο ξενοδοχείο και το κολύμπι στην πισίνα. Όλα αυτά, λοιπόν, συμβαίνουν στο Σιέμ Ριπ, την κωμόπολη που φιλοξενεί τους επισκέπτες των ναών της Άνγκορ αλλά και των πλωτών χωριών της λίμνης Τόνλε Σαπ.

Το βράδυ πέφτει για τα καλά, η βροχή κοπάζει και περιορίζεται σε μικρές ξαφνικές μπόρες. Το πριν από μερικά χρόνια σκονισμένο χωριό έχει προσαρμοστεί στην τουριστική εξέλιξη. Βγαίνουμε στην πόλη με τα πόδια ή με τα ποδήλατα-ταξί (τουκ τουκ). Η πόλη είναι γεμάτη γκαλερί, μπουτίκ, υπαίθριες αγορές, στούντιο μασάζ –μην πάει ο νους σας στο κακό, θεωρούνται αριστοτέχνες– και, φυσικά, μπαρ και εστιατόρια. Η τοπική κουζίνα είναι εξαιρετική, συνδυάζοντας από τη μια τις πλούσιες πρώτες ύλες και τις παραδοσιακές ασιατικές συνταγές και, από την άλλη, τη γαλλική μαστοριά. Βασικά συστατικά της είναι το ρύζι, τα noodles, τα τροπικά φρούτα και λαχανικά και το ψάρι. Παραδοσιακά πιάτα είναι το amok, ψάρι στον ατμό με μια σάλτσα από γάλα καρύδας και lemongrass, συχνά τυλιγμένο σε φύλλα μπανάνας, και το loc lac, μοσχάρι με μια σάλτσα από διάφορα λαχανικά και χυμό λάιμ. Κυριαρχούν ακόμα ο κόλιαντρος, το μάνγκο, το τζίντζερ, το τσίλι, το τόφου, τα φιστίκια και η σόγια.

Στο πρώτο εστιατόριο που επισκεφθήκαμε, το «Deadfish», η συνεννόηση είναι δύσκολη. Κουτσομιλάνε μεν γλώσσες, αλλά λίγο το body language, που είναι από άλλο πλανήτη, λίγο ο διαφορετικός τρόπος σκέψης, αργούμε να γίνουμε κατανοητοί μεταξύ μας Ευρωπαίοι και Ασιάτες. Στο δάπεδο διακλαδώνονται μικρά κανάλια με νερό, σε διάφορα σημεία των οποίων κυκλοφορούν μικροί κροκόδειλοι! Τουριστικό, αλλά όμορφα τουριστικό. Κάθε τόσο τα φώτα σβήνουν, ξεκινά ένας ασιατικός σκοπός και εμφανίζεται μια χορεύτρια που αναπαριστά με αργές και κοφτές κινήσεις τους αρχαίους χορούς των Apsara, των μυθικών νυμφών της ινδουιστικής-βουδιστικής μυθολογίας των Χμερ, που χόρευαν στα παλάτια ψυχαγωγώντας ήρωες και θεούς. Tο «Red piano», που διαφημίζει ότι χαίρει της προτίμησης της Angelina Jolie, βγάζει μια πιο ευρωπαϊκή ατμόσφαιρα, με δυτική μουσική και γαλλοπρεπή κουζίνα. Για ακόμα πιο «ψαγμένες» γαστρονομικές απολαύσεις υπάρχει το ξενοδοχείο «Victoria» όπου μείναμε.

Μετά έρχεται η βόλτα στην πόλη και ο γυρισμός, συνήθως με το τουκ τουκ, κάτω απ’ το ψιλόβροχο. Οι χωμάτινοι δρόμοι λασπώνουν, η γη μυρίζει Τροπικό κι ο ποδηλάτης-ταξιτζής –είναι δεν είναι 15 χρονών– προσπαθεί να μαντέψει την καταγωγή μας ακούγοντας την «άμαξα μες στη βροχή...» που τραγουδάμε. Πού να σου λέμε τώρα, φίλε…

 

Η πόλη των θεών

Η ημέρα, φυσικά, είναι αφιερωμένη στις επισκέψεις στους ναούς της Άνγκορ, ένα από τα επιβλητικότερα μέρη στον πλανήτη . Δεν έχει νόημα να την περιγράψει κανείς, θα χρειαστεί αμέτρητες σελίδες. Μόνο μερικά στοιχεία που συγκροτούν τη γενική αίσθηση:

Ένα πρώτο είναι το δέσιμο με τη φύση. Για μερικούς αιώνες, η Άνγκορ ήταν εγκαταλελειμμένη μέσα στην πυκνή, απροσπέλαστη ζούγκλα. Η οργιώδης βλάστηση την είχε καλύψει ολοκληρωτικά μέχρι να την ανακαλύψει ο Γάλλος ιεραπόστολος και εξερευνητής Henri Mahout, οδηγούμενος από τους μύθους των τοπικών φυλών που μιλούσαν για «ναούς χτισμένους από θεούς ή γίγαντες». Οι ναοί καθαρίστηκαν και αποκαλύφθηκαν. Για κάποιους, βέβαια, αυτό δεν ήταν δυνατό. Ο περίφημος Ta Prohm απλά θα καταστρεφόταν αν κάποιος προσπαθούσε να τον ελευθερώσει από το συμβολικό του σφιχταγκάλιασμα με τους γιγάντιους κορμούς που τον τυλίγουν και τον κάνουν ακόμα πιο εντυπωσιακό.

Το δεύτερο στοιχείο είναι οι διαστάσεις. Το μεγαλείο είναι απερίγραπτο. Το συγκρότημα των 100 πέτρινων ναών θεωρείται η μεγαλύτερη θρησκευτική κατασκευή που έγινε ποτέ. Χτίστηκε σταδιακά, σε όλη τη διάρκεια της αυτοκρατορίας των Χμερ, που φτάνει στην ακμή της μεταξύ του 880 μ.Χ. και του 1225 μ.Χ. Δεκάδες χιλιάδες σκαλισμένες στην πέτρα σουρεαλιστικές μορφές, που συμμετέχουν σε στρατιωτικές παρελάσεις, αυλικούς χορούς, ναυμαχίες, πολέμους, περιπάτους στον Παράδεισο και στην Κόλαση, σε βάζουν στην ατμόσφαιρα του κοσμογονικού μύθου. Αλλού πάλι, τα γλυπτά αποκαλύπτουν και στοιχεία της καθημερινότητας, των συνηθειών και του τρόπου ζωής στο αρχαίο βασίλειο.

Το τρίτο είναι η ποικιλομορφία των ναών, που αποτυπώνει τις διαφορετικές εποχές και τάσεις αλλά και τα περάσματα της θρησκευτικής κυριαρχίας από τον ινδουισμό στο βουδισμό και πίσω. Στην Καμπότζη, άλλωστε, καλλιεργήθηκε ένας πρωτότυπος συγκρητισμός των ντόπιων ανιμιστικών δοξασιών με τις δύο θρησκείες.

Οι πληροφορίες που παίρνει κανείς από τους εντυπωσιακά πρόθυμους ξεναγούς είναι εξουθενωτικές. Ο απαράμιλλης ευγένειας Σαμνάνγκ, του ντόπιου τουριστικού γραφείου «Charming Cambodia», είχε μεγάλη αγωνία να κατανοήσουμε όλες τις επιμέρους πτυχές της ιστορίας, των εναλλαγών της θρησκείας, των λεπτών διαφορών στις τεχνοτροπίες της αρχιτεκτονικής και της γλυπτικής. Αδύνατον! Από ένα σημείο και μετά, το μόνο που ακούς είναι τη νανουριστική του φωνή, χωρίς πια να παρακολουθείς, κι αφήνεσαι στις αισθήσεις, τις εικόνες και τη μεσημεριανή χαύνωση του Τροπικού.

Επανέρχεσαι, όταν, εκτός πρωτοκόλλου, σου αφηγείται κομμάτια της ιστορίας της ζωής του, πώς τον πήραν από την οικογένειά του, πώς έχασε τόσα αδέρφια, πώς δούλευε, εξαθλιωμένο παιδάκι, στους ορυζώνες, πώς κατάφερε να μάθει γράμματα και να βρει μια τόσο καλή δουλειά, πώς ξαναβρήκε κάποια μέλη της οικογένειάς του αργότερα, κι άλλα συγκλονιστικά, που για τη χώρα είναι γνώριμες αφηγήσεις ζωής και θεωρεί ότι δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον.

Κάθε τόσο εμφανίζονται βουδιστές μοναχοί και μοναχές με πορτοκαλιούς και λευκούς χιτώνες και ξυρισμένα κεφάλια, με θυμιατά και κομποσκοίνια στο χέρι, συνήθως κοντά στα κάθε μεγέθους αγάλματα του Βούδα. Μεταξύ των ναών παρεμβάλλονται μικρές λίμνες, χωριουδάκια, ύπαιθρος, φοινικοδάση και κομμάτια ήπιας ζούγκλας. Όταν τελειώνουν οι επισκέψεις στους ναούς, το ενδιαφέρον στρέφεται στην καθημερινή ζωή σ’ αυτά τα χωριά. Μια ζωή συνυφασμένη με τη φύση, το δάσος και το νερό.

 

Η λίμνη και τα πλωτά χωριά

Κομβικής σημασίας για όλη τη χώρα είναι η λίμνη Τόνλε Σαπ, η μεγαλύτερη στη Νοτιοανατολική Ασία. Τρέφει με ψάρι όλη τη χώρα και αφήνει περιθώριο για μεγάλο όγκο εξαγωγών Λίγα χιλιόμετρα από το Σιέμ Ριπ, βρίσκεται το παρόχθιο χωριό Phnom Crom, κι από κει, 20 λεπτά με τη βάρκα μέσα στη λίμνη, το πλωτό χωριό Chong Kneas. Ένα πλωτό χωριό, που αποτελείται από πρόχειρα σπίτια, ξύλινες κατασκευές οι οποίες στηρίζονται σε πασσάλους χωμένους στο βυθό της λίμνης, και που τα ρυμουλκούν την περίοδο των μουσώνων, όταν η στάθμη του νερού ανεβαίνει. Κάποια άλλα σπίτια είναι απλά βάρκες

Η ζωή είναι αμφίβια. Μια υδάτινη αυλή των θαυμάτων. Τα παιδιά μοιάζουν ευτυχισμένα. Από το ένα σπίτι στο άλλο με σχεδία ή κολυμπώντας, κυνήγι όλη μέρα με τα ζωντανά και τα στοιχειά της λίμνης. Μέχρι και το σχολείο βάρκα είναι – μπαίνουμε και μας υποδέχονται με γέλια και προτροπές για φωτογράφηση. Τα κορίτσια παίζουν λάστιχο, τα αγόρια βώλους  Ίσως οι μεγάλοι να συνειδητοποιούν τη φτώχεια και την έλλειψη ευκαιριών, αλλά τα παιδιά βιώνουν την απόλυτη ελευθερία κι ανεμελιά. Και είναι πολλά, κάθε σπίτι ένας μικρός παιδικός σταθμός.

Η καθημερινή ζωή στην ύπαιθρο

Στη διαδρομή πίσω προς το Σιέμ Ριπ, η φύση είναι μαγευτική. Ορυζώνες απλώνονται ολόγυρα, αγρότες σκυμμένοι μαζεύουν τη σοδειά . Φοίνικες παντού. Παραμέσα υποψιάζεσαι το ξεκίνημα της ζούγκλας. Στην είσοδο πολλών δρόμων που οδηγούν προς τη ζούγκλα θα δούμε την πινακίδα με την ένδειξη «No entry». Η ενδοχώρα δεν έχει καθαρίσει εντελώς από τις φονικές νάρκες. Η ομορφιά της φύσης είναι ακόμα δηλητηριασμένη από τις αμαρτίες της ανθρώπινης φύσης.

Ο ουρανός ανοίγει και κλείνει σαν φωτισμός θεατρικής σκηνής. Στο δρόμο, αγελάδες, κάρα φορτωμένα με δεμάτια ξύλα και πάνω τους οι εργάτες που γυρίζουν από τους αγρούς, παιδιά γυμνά που παίζουν με ξηλωμένα λάστιχα και αυτοσχέδιες μπάλες, πού και πού λεωφορεία γεμάτα έως την οροφή. Στα χωριά της υπαίθρου, τα σπίτια είναι κι εδώ απλά ξύλινα πλαίσια ανυψωμένα σε πασσάλους που δημιουργούν ένα φυσικό υπόστεγο και μια προστασία από την πιθανή πλημμύρα. Κάτω από τα υπόστεγα αυτά κυλάει μεγάλο μέρος της ζωής. Εκεί τους βλέπεις, νέους, γέρους, παιδιά και κατοικίδια να ξεκουράζονται σε αιώρες –μια πολύ τυπική εικόνα–, να μαγειρεύουν, να τρώνε, να συζητούν. Πιο πέρα, πέντε έξι παιδιά κάνουν αλυσιδωτό ξεψείρισμα το ένα στο άλλο. Αλλού, όλη η γειτονιά έχει οργανώσει μια αυτοσχέδια κοκορομαχία .

Εδώ κι εκεί απλώνονται υπαίθριες αγορές. Σε κατακλύζουν μυρωδιές του Τροπικού. Η μυρωδιά του αποξηραμένου ψαριού, του κρέατος που όπου να ’ναι θα χαλάσει, των τροπικών καρπών, του υγρού χώματος. Εκατοντάδες νερόφιδα, ψάρια και όστρακα της λίμνης πουλιούνται ζωντανά. Περαστικοί, ποδήλατα, αγελάδες, κατοικίδια συνωστίζονται. Οι γυναίκες που πουλάνε κουβεντιάζουν, φωνάζουν, χειρονομούν, κι ύστερα γελάνε και προγκάνε τα παιδιά που παίζουν παραδίπλα. Η ζωή ξετυλίγεται.

Και μετά, έρχεται το σούρουπο. Και ξαφνικά, μέσα σε δευτερόλεπτα, ο ουρανός ανοίγει και ξεσπά μια τρομερή τροπική καταιγίδα. Που άλλα τα ξεπλένει κι άλλα όχι. Είναι προχωρημένος Αύγουστος στον Τροπικό…

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Επίκαιρα" στις 27/1/11 

ΣΧΟΛΙΑ