Η Ελλάδα έχει ανάγκη από Εθνικές Πολιτικές
  Παρασκευή, 19 Ιούλ 2013      14:17      0

Η Ελλάδα έχει ανάγκη από Εθνικές Πολιτικές

του Περικλή Νεάρχου, Πρέσβυς ε.τ.
Η ευφορία που καλλιέργησε η κυβέρνηση για επιτυχή εξέλιξη της καταστάσεως στην Ελλάδα (success story) δεν μακροημέρευσε...


Ήρθε πρώτα η περίπτωση της ΔΕΠΑ ναδιαψεύσει τις προσδοκίες που εξαρτήθηκαν από τις αποκρατικοποιήσεις ως βασικήςστρατηγικής για την ανάπτυξη. Ήρθε μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ, που έφερεκλυδωνισμούς στην τρικομματική κυβέρνηση και άνοιξε νέα περίοδο αστάθειας, μεεπικρεμάμενο το ενδεχόμενο της προσφυγής σε πρόωρες εκλογές – εξ ατυχήματοςπερισσότερο παρά από σχεδιασμό;



Ηπερίπτωση της ΔΕΠΑ απεκάλυψε επιπλέον δύο άλλες πτυχές, που έχουν σχέση με τηγεωπολιτική του Ελληνικού χώρου και τις στρατηγικές σχέσεις που μπορεί νʼαναπτύξει η χώρα. Ειδικότερα, τον νέο επικυριαρχικό ρόλο που διεκδικεί ηΕυρωπαϊκή Ένωση σε βάρος χωρών-μελών. Συγκεκριμένα, οι ΗΠΑ επανέλαβαν, στηνπερίπτωση της ΔΕΠΑ, την πολιτική που ακολούθησαν και προηγουμένως επίκυβερνήσεως Κώστα Καραμανλή. Αντετάχθησαν έντονα στην πώληση της ΔΕΠΑ στηΡωσική Gazprom. Τη φορά όμως αυτή ενήργησαν παρασκηνιακά μέσωΒρυξελλών. Το τελευταίο αποκαλύπτει μια απαράδεκτη εξέλιξη στις Βρυξέλλες, πουδεν συμβιβάζεται με καμία έννοια θεσμικής ισοτιμίας των χωρών-μελών και σεβασμούτης ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας τους. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, η αρχήέγινε με το Μνημόνιο. Επιβεβαιώνεται όμως εκ νέου στην περίπτωση της ΔΕΠΑ. Μεπρόσχημα τον δήθεν «ελεύθερο ανταγωνισμό»,η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβάλλειουσιαστικά βέτο στην κυρίαρχη άσκηση των διεθνών οικονομικών σχέσεων μιαςχώρας-μέλους. Πίσω από τους έωλους ισχυρισμούς της κρύβονται, προφανώς,γεωπολιτικοί και στρατηγικοί λόγοι και η συμπαιγνία με τις ΗΠΑ. Η Γερμανία, π.χ.,προχώρησε στην κατασκευή του υποθαλάσσιου Βόρειου Αγωγού φυσικού αερίου με τηΡωσία, παρά τις Αμερικανικές αντιθέσεις. Αυτό δεν δημιούργησε κανένα πρόβλημαστον «ελεύθερο ανταγωνισμό» τηςΕυρωπαϊκής κοινής αγοράς! Η αγορά, αντιθέτως, της ΔΕΠΑ από τη Ρωσική Gazpromπαρουσιάσθηκε ως δήθεν γεωπολιτικός κίνδυνος που υπονομεύει τους σχεδιασμούςγια εναλλακτικό ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης και απειλεί την ενεργειακή τηςασφάλεια.



Με απλά λόγια, η Ελλάδα αντιμετωπίζεται από τιςΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση ως χώρα περιορισμένης κυριαρχίας, που δεν μπορεί ναπροχωρήσει στην ανάπτυξη στρατηγικών σχέσεων με μια μεγάλη φιλική χώρα τηςπεριοχής.Οι ΗΠΑ έχουν τις γνωστές εμμονές με τη Ρωσία από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.Οι εμμονές αυτές αναζωπυρώνονται και συντηρούνται από τους συνεχιζόμενουςγεωπολιτικούς ανταγωνισμούς στα Βαλκάνια, στην Ανατολική Μεσόγειο και ΜέσηΑνατολή και στον μεγάλο και πλούσιο σε ενεργειακούς πόρους χώρο της ΚεντρικήςΑσίας.



Σε ό,τιαφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι ελπίδες ότι θα εξελισσόταν σταδιακά σε ένανσχετικά αυτόνομο πόλο, διεθνώς παραδειγματικό μάλιστα φορέα ενός νέουπειράματος πολιτικής ενοποιήσεως, με ελεύθερη συγκατάθεση των λαών και τωνκρατών, ξεθωριάζουν και διαψεύδονται. Η υποτιθέμενη θεσμική και εγγυημένη απότις Ευρωπαϊκές Συνθήκες ισοτιμία διαβρώνεται συνεχώς και επισκιάζεται ήδη, λόγωκυρίως του Ευρώ, από τη Γερμανική ηγεμονική ισχύ. Στην περίπτωση της Ελλάδος,με αφορμή την οικονομική της κατάσταση και τα Μνημόνια, η ισοτιμία και ηκυριαρχία παραβιάζονται απροκάλυπτα.



Ποια πρέπει να είναι, υπό τις συνθήκες αυτές, ηπολιτική της Ελλάδος; Η ανεπιφύλακτη προσαρμογή σε μια Ευρώπη που πορεύεται μεαβεβαιότητα και ταυτίζεται με ακραίες πολιτικές νεοφιλελευθερισμού;

 

 

Το ευρώ όχημα του Γερμανικού ηγεμονισμού

Ο HansOlafHenkel, πρώην Διευθυντής της IBMστη Γερμανία, πρώην Πρόεδρος της Ενώσεως Γερμανών Βιομηχάνων και επίτιμοςκαθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μανχάιμ, έδωσε, στις 14 Ιουνίου 2013, στηΓαλλική εφημερίδα LeMonde μια συνέντευξη που προκάλεσεπολύ μεγάλη αίσθηση. Αναφέρθηκε στη σοβούσα κρίση μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίαςκαι εξήγησε από την πλευρά του τους λόγους για τους οποίους η κρίση αυτήαναπτύσσεται αναπόφευκτα και υπονομεύει τη Γαλλο-Γερμανική φιλία: «Για ολόκληρες δεκαετίες», είπε, «η Γαλλία διετήρησε την παγκόσμιαανταγωνιστικότητά της με κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και περιορισμένεςυποτιμήσεις. Σήμερα βρίσκεται παγιδευμένη μεταξύ μιας κυβερνήσεως που δενμπορεί ή δεν θέλει να επιβάλει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και ενός νομίσματοςπου την εμποδίζει να προχωρήσει σε υποτίμηση. Η τελευταία όμως είναι ο μόνοςτρόπος για να μπορεί να εξαγάγει σε λογικές τιμές. Η κατάσταση αυτή προκαλείύφεση, άνοδο της ανεργίας, μείωση των δημοσιονομικών εσόδων και αύξηση τουδημόσιου χρέους».



«Οι Γάλλοι ονειρεύονται οικονομική ανάπτυξη»,επισημαίνει, «αλλά οι Γερμανοί ανησυχούνγια τον πληθωρισμό...Και ενώ οΠρόεδρος Ολλάντ ζητά από την Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα νέα μείωση τουεπιτοκίου, η ομόλογός του Άγκελα Μέρκελ ζητά αύξηση του επιτοκίου. Προφανώς τοενιαίο νόμισμα δεν είναι βιώσιμο μέσα σε οικονομικές συνθήκες τόσοδιαφορετικές, όπως αυτές της Γερμανίας και της Γαλλίας (για να μην μιλήσουμεγια την Ελλάδα).



Αντί,υπογραμμίζει, να προσαρμόσουμε το νόμισμα στις διαφορετικές οικονομικέςπραγματικότητες στις διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες, οι Βρυξέλλες, το Παρίσι και τοΒερολίνο προτίμησαν να υποτάξουν τις διαφορετικές αυτές πραγματικότητες στιςανάγκες που επιβάλλει ένα ενιαίο νόμισμα. Μας λένε ότι για να διατηρήσουμε τοευρώ πρέπει να καλύψουμε το χάσμα παραγωγικότητας μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδος.Προτείνεται γιʼ αυτό το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Σύμφωνο, που έχει ως στόχο τηνοικονομική ομογενοποίηση. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η στρατηγική αυτήαποδεικνύεται αναποτελεσματική. Στην πραγματικότητα, καμία σχεδόν χώρα τηςΝότιας Ευρώπης δεν εκπληρώνει τα κριτήρια των ανειλημμένων δεσμεύσεων για τονπροϋπολογισμό. Βλέποντας οι χώρες αυτές ότι δεν θα μπορέσουν να καλύψουν τηνκαθυστέρησή τους, ζητούν από τις χώρες του Ευρωπαϊκού Βορρά και ιδίως από τηΓερμανία, να επιβραδύνουν την πορεία τους.



Ο Hans Olaf Henkel υπογραμμίζει ότιπροηγουμένως, όταν οι χώρες είχαν τα δικά τους εθνικά νομίσματα, οι διαφορέςανταγωνιστικότητας και οι συνέπειές τους σταματούσαν στα εθνικά σύνορα. ΗΓερμανία, υποστηρίζει, δεν μπορεί να επιβραδύνει την πορεία της γιατί αυτό θαεπηρέαζε τη διεθνή ανταγωνιστικότητά της και τις εξαγωγές της στις τρίτεςχώρες, που ανέρχονται ήδη στο 60% των εξαγωγών της. Σήμερα, επισημαίνει, ομεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Γερμανίας δεν είναι πια η Γαλλία αλλά ηΑγγλία. «Ήρθε η ώρα», καταλήγει, «νʼ αναγνωρίσουμε ότι το ευρώ δεν απέτυχεμόνο στον οικονομικό αλλά και στον πολιτικό του στόχο. Δεν είχε ως στόχο,υποτίθεται, να συμβάλει στην Ευρωπαϊκή ενοποίηση και στην ειρήνη; Αντί ναγίνει όμως αυτό, τα διάφορα σωστικά σχέδια του ευρώ υποχρέωσαν τη Γερμανία νʼαναδεχθεί σε ένα ρόλο χρηματοδότη, που της επιτρέπει να κάνει κηρύγματα στουςεν δυνάμει οφειλέτες της, μεταξύ αυτών και η Γαλλία. Δεν αρέσει στους Γάλλουςνα τους δίνουν μαθήματα. Πριν την εισαγωγή του ευρώ, η Γερμανική κυβέρνηση δενείχε κανένα λόγο νʼ αναμειγνύεται στα οικονομικά των γειτόνων της».



Τοσυμπέρασμα του HansOlafHenkel είναι κάθετο και αποτελεί έκπληξη όταν προέρχεται από ένανπολύ σημαντικό οικονομικό παράγοντα της Γερμανίας: «Ας τελειώσουμε με το ενιαίο νόμισμα, πριν γίνει παράπλευρη απώλεια τουκαι η Γαλλο-Γερμανική φιλία».



Προφανώς,δεν είναι αυτή η θέση της Γερμανικής κυβερνήσεως και η αποδοχή της στηΓερμανική πολιτική ζωή είναι περιθωριακή. Αποκαλύπτει όμως πραγματικούςπροβληματισμούς και διαπιστώσεις που αφορούν την προοπτική της ΕυρωπαϊκήςΕνώσεως και ιδιαίτερα του κοινού νομίσματος.



Εάν, κατάτην εκτίμηση κορυφαίων οικονομικών παραγόντων της Γερμανίας, απειλείται λόγωευρώ η Γαλλο-Γερμανική φιλία, αντιλαμβάνεται κανείς τι σημαίνει αυτό για τηνπολύ μικρότερη και πολύ λιγότερο ανταγωνιστική Ελλάδα. Αντιλαμβάνεται επίσηςτην ανάγκη που έχει η Ελλάδα για εθνικές πολιτικές, χωρίς ιδεοληψίες για τηνΕυρώπη και την Ευρωπαϊκή προοπτική. Αυτό δεν αφορά μόνο τα καίρια θέματα πουάπτονται της κυριαρχίας, της ασφάλειας και των στρατηγικών σχέσεων της χώρας.Αφορά επίσης τη στρατηγική για την ανάπτυξη και τη φιλοσοφία του οικονομικούσυστήματος και της οικονομικής πολιτικής. Δεν μπορούν να παρουσιάζονται οιαδιάκριτες αποκρατικοποιήσεις ως μόνη «στρατηγικήαναπτύξεως». Χρειάζεται εθνικός προγραμματισμός και συγκεκριμένη εθνικήαναπτυξιακή στρατηγική, που είναι ακόμη ζητούμενο. Μια στρατηγική που θασυνυπολογίζει επίσης την κυριαρχία, την ασφάλεια και το εθνικό μέλλον της χώρας.


Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ στις 21/06/2013 (Τεύχος 192)


ΣΧΟΛΙΑ