Γκαζμέντ Καπλάνι: «Η μόνη αποστολή μου είναι να αφηγούμαι ιστορίες»
  Τετάρτη, 24 Νοέ 2010      09:00      0

Γκαζμέντ Καπλάνι: «Η μόνη αποστολή μου είναι να αφηγούμαι ιστορίες»

Στα Τίρανα εν έτει 2041, όπου επιστρέφει ένας ηλικιωμένος, ξενιτεμένος εδώ...

και πενήντα χρόνια Αλβανός, τοποθετεί τη δράση του νέου του βιβλίου Με λένε Ευρώπη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Α. Α. Λιβάνη, ο Γκαζμέντ Καπλάνι. Ο καταξιωμένος, αν και μόλις με δύο βιβλία στο ενεργητικό του, Αλβανός συγγραφέας δεν κάνει τίποτα άλλο στην ουσία παρά να μεταφέρει τον εαυτό του στο μέλλον και να ανακαλεί τις δικές του εμπειρίες και εικόνες στη χώρα μας, καθώς κι εκείνος έφτασε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1991 περνώντας τα σύνορα μαζί με ένα καραβάνι ανθρώπων. Τα Τίρανα που βρίσκει δεν του θυμίζουν παρά ένα κακέκτυπο της σημερινής Αθήνας. Μιας πόλης πνιγμένης στο καυσαέριο και το μπετόν, γεμάτη πρόσφυγες και μετανάστες από διάφορες γωνιές του πλανήτη, αλλά και πολλούς ξενόφοβους «νεοαλβανούς». Ο Καπλάνι αντιπαραθέτει εύστοχα στο Με λένε Ευρώπη με γλαφυρότητα, χιούμορ και συναισθηματική φόρτιση τις περιπέτειες ενός Αλβανού μετανάστη στην Ελλάδα, με αληθινές ιστορίες ανθρώπων που άφησαν πίσω την πατρίδα τους.

Στα σχεδόν είκοσι χρόνια της παραμονής του στην Ελλάδα, ο Καπλάνι έκανε όλα τα είδη δουλειάς που κάνει ο κάθε μετανάστης για να επιβιώσει: οικοδόμος, λαντζιέρης, περιπτεράς. Ταυτόχρονα, φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Από το 2001 είναι τακτικός αρθρογράφος της εφημερίδας Τα Νέα, όπου διατηρεί εβδομαδιαία στήλη.

 

Η Ελλάδα αποτέλεσε για σας το παράθυρο στην Ευρώπη;

Η Ελλάδα για μένα ήταν πολλά πράγματα μαζί. Τα περισσότερα θετικά, ευτυχώς. Αποτέλεσε και παράθυρο για την Ευρώπη, υπό την έννοια ότι ήταν η μοναδική χώρα στα Βαλκάνια που σώθηκε από τον ολοκληρωτισμό. Στο Μικρό Ημερολόγιο Συνόρων περιγράφω ακριβώς τη συνάντηση των δύο κόσμων της Ευρώπης, που έζησαν χωρισμένοι για δεκαετίες. Μια συνάντηση γεμάτη παρεξηγήσεις, πόνο, εκπλήξεις, ευκαιρίες, που βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη. Αυτή η συνάντηση στο βιβλίο μου παίρνει σάρκα και οστά στα Βαλκάνια, στα ελληνοαλβανικά σύνορα...

 

Τι θέλατε να δώσετε στους αναγνώστες σας με το βιβλίο σας Με λένε Ευρώπη;

Δύσκολη ερώτηση... Ίσως, λέω ίσως, ήθελα να μετατρέψω λέξεις που περικυκλώνουν τη ζωή μας –«έρωτας», «σύνορα», «μητρική γλώσσα», «σεξ», «Αθήνα», «μετανάστες», «Βαλκάνια»– σε κλειδαρότρυπες από όπου ο αναγνώστης μπορεί να δει αυτό τον κόσμο τον μικρό, τον μέγα...

 

Πώς γίνεται, γράφοντας σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική σας, να μπορείτε να εισχωρείτε σε έννοιες ελληνικές, χώρους και μνήμες από το παρελθόν της Ελλάδας;

Ίσως επειδή πριν από είκοσι χρόνια δεν ήξερα ούτε μία ελληνική λέξη. Αυτό με κάνει να έχω με την ελληνική γλώσσα και την ελληνική πραγματικότητα μια σχέση άβολη – υπό την έννοια ότι δεν βολεύομαι ποτέ και διψάω να μάθω καινούρια πράγματα. Δεν με κατέχει, νομίζω, η αλαζονεία και η αδράνεια του «ντόπιου». Θεωρώ ότι η μνήμη, οι χώροι, οι έννοιες δεν βρίσκονται στα γονίδιά μου αλλά στη θέλησή μου να μάθω, να ψάχνομαι συνέχεια...

 

Το προηγούμενο βιβλίο σας είχε μείνει στη λίστα των ευπώλητων για έντεκα εβδομάδες. Σας απασχολούν οι πωλήσεις των βιβλίων σας;

Σίγουρα. Δεν γράφω για να με διαβάσουν μόνο συγγενείς και φίλοι. Βιβλία που αγοράζονται σημαίνει καταξίωση, ότι οι αναγνώστες αναγνωρίζουν τους κόπους μου, ότι θέλουν να «αγγίξουν» τις ιστορίες που αφηγούμαι. Από εκεί και πέρα πρέπει να τρέφομαι για να γράφω, για να μην ξεχνιόμαστε...

 

Τι είναι η Ελλάδα για σας σήμερα;

Ό,τι και για σας: ο τόπος όπου παίζεται η προσωπική και κοινή μας μοίρα...

 

Είστε ένας δημοσιογράφος που γράφει βιβλία ή ένας συγγραφέας που αρθρογραφεί για να βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με το ευρύ κοινό;

Και τα δύο, νομίζω. Η δημοσιογραφία, εκτός του ότι μου εξασφαλίζει τα προς το ζην, μου έμαθε την πειθαρχία στη γραφή. Από την άλλη, αρθρογραφώντας, ίσως ασυνείδητα, κάνω λαθρεμπόριο λογοτεχνίας. Προσωπικά, μου αρέσει να «ανακατεύω» τα στιλ αφήγησης, να είμαι δημοσιογράφος που γράφει λογοτεχνία και λογοτέχνης που κάνει δημοσιογραφική έρευνα...

 

Αισθάνεστε ότι έχετε να επιτελέσετε ένα είδος «αποστολής» και ποια είναι αυτή;

Καμία απολύτως. Με τρομάζει η έκφραση «επιτελώ αποστολή». Αποστολές επιτελούν, συνήθως, οι μεσσίες κι εγώ τους μεσσίες δεν τους πάω. Αν θέλετε, η μόνη «αποστολή» μου είναι να αφηγούμαι ιστορίες. Το πάθος αυτό είναι και το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που κληρονόμησα... 

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Επίκαιρα" στις 18/11/10

ΣΧΟΛΙΑ