Άννα Αδριανού:«Υπάρχει φιλία ανάμεσα στα δύο φύλα, παρά τον όποιο
ερωτισμό υποκρύπτεται»
  Δευτέρα, 11 Οκτ 2010      13:28      0

Άννα Αδριανού:«Υπάρχει φιλία ανάμεσα στα δύο φύλα, παρά τον όποιο ερωτισμό υποκρύπτεται»

Κάποτε ήταν φοβισμένη. Σήμερα δηλώνει επαναστάτρια. Μάχεται μέσα από την αξία της να παραμένει άνθρωπος...

εκεί που η ανθρωπιά ξεφτίζει. Μάχεται μέσα από την επιθυμία της να λέει τα πράγματα με το όνομά τους εκεί που το δήθεν κυριαρχεί…

Η Άννα Αδριανού, αν και μετρά πολλές επιτυχίες στο βιογραφικό της, είναι από τους καλλιτέχνες που δεν μένουν στάσιμοι, μα εξελίσσονται συνεχώς μέσα από την κοπιαστική διαδικασία της δημιουργίας. Συγκινείται και ταυτίζεται με την ηρωίδα που υποδύεται, την Ασπασία, σε μια διασκευή του έργου «Θέλμα και Λουίζ», στο «Νέο Ελληνικό Θέατρο του Γιώργου Αρμένη», εφόσον θέλει και η ίδια να τη δέχονται αλλά και να την αγαπούν γι’ αυτό που πραγματικά είναι.

 

Πώς πρόεκυψε η συνεργασία σας με τη Μαρία Γεωργιάδου στο συγκεκριμένο έργο;

Με τη Μαρία είμαστε φίλες πολλά χρόνια και επίσης έχουμε συνεργαστεί και στο παρελθόν. Όταν η Εμμανουέλα Αλεξίου, η σκηνοθέτιδα του έργου, που έχει κάνει και τη μετάφραση αλλά και τη διασκευή, μου ζήτησε να είμαι μία εκ των δύο ηρωίδων, δέχτηκα με χαρά και παράλληλα της πρότεινα τη Μαρία. Έτσι έγιναν τα πράγματα…

 

Το έργο πραγματεύεται τη γυναικεία φιλία. Εσείς πόση βαρύτητα δίνετε σε αυτή τη σχέση μεταξύ των ανθρώπων και ιδιαίτερα μεταξύ δύο γυναικών;

Το έργο αφορά στη φιλία ανάμεσα σε δύο γυναίκες που μέσα από πολύωρες συζητήσεις λύνουν προβλήματα καθημερινότητας και καθιστούν σαφές πόσο ανάγκη έχουν όλοι οι άνθρωποι από ένα φίλο. Όσον αφορά τώρα στην έννοια της φιλίας, θα σας έλεγα πως για μένα δεν έχει φύλο, μα σημειώνει μια διαφορά όταν αναπτύσσεται μεταξύ γυναικών. Επειδή οι γυναίκες ήταν καταπιεσμένες για χρόνια, στερούνταν τη θετική επίδραση που έχουν στον ανθρώπινο ψυχισμό οι φιλικές σχέσεις. Έτσι οι γυναίκες, που από τη φύση τους είναι πιο δοτικές, «συμμάχησαν» πιο εύκολα και έχτισαν φιλίες στηριζόμενες στην επιθυμία τους για κατανόηση και υποστήριξη. Για μένα, λοιπόν, η γυναικεία φιλία έχει περισσότερο συναίσθημα.

 

Δέχεστε τη φιλία μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας ή θεωρείτε πως υποκρύπτεται ο ερωτισμός;

Θα ήθελα να σας πω ναι, μα σε μια τέτοια σχέση βάζω δειλά ένα ερωτηματικό. Το λέω αυτό, γιατί εγώ προσωπικά παντρεύτηκα τον άντρα με τον οποίο είχα μια βαθιά φιλική σχέση (γέλια). Αυτό σημαίνει πως κάτι ερωτικό σιγόβραζε από κάτω. Γενικότερα όμως θεωρώ πως υπάρχει φιλία ανάμεσα στα δύο φύλα, παρά τον όποιο ερωτισμό που πιθανόν να υποκρύπτεται.

 

Η Θέλμα και η Λουίζ έκαναν την επανάστασή τους κόντρα στους θεσμούς και στο κατεστημένο που τις ήθελε να συμβιβάζονται σε ρόλους προδιαγεγραμμένους, όπως αυτό της συζύγου, που όμως υποβάθμιζε καταπιεστικά αυτόν της γυναίκας… Αν αναζητούσαμε το μήνυμα του έργου, ποιο θα ήταν αυτό; Η επανάσταση αυτή καθεαυτή; Το ηχηρό «όχι» σε κάθε μορφή συμβιβασμού; Ή, τέλος, η δίψα, όπως λέμε, για ζωή;

Όλα αυτά, μα με την αίσθηση του μέτρου. Βασικά θα ήθελα να πω πως το έργο δεν είναι η μεταφορά της ταινίας στο σανίδι. Αυτό που θα παρακολουθήσει το κοινό στο θέατρο είναι αναμφισβήτητα ένας ύμνος στη φιλία. Αναδεικνύει το πώς μια φιλική σχέση μπορεί να τροφοδοτήσει συναισθηματικά τον άνθρωπο, εφόσον στον αντίποδα υπάρχουν οι ερωτικές σχέσεις από τις οποίες προεξέχουν πολλά παρακλάδια, ένα εκ των οποίων είναι, για παράδειγμα, ο ανταγωνισμός. Τέλος, αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βρίσκουν διέξοδο σε προβλήματα, μια και έχουν ως στήριγμα το φίλο τους.

 

Μπορείτε να μου πείτε πώς τα παραπάνω βρίσκουν ανταπόκριση στη σύγχρονη πραγματικότητα;

Βιώνουμε μια εποχή στην οποία η κατάθλιψη βράζει. Υπάρχουν συναισθηματικά καταπιεσμένοι άνθρωποι που έχουν ανάγκη να ξεφύγουν λίγο από τα αναρίθμητα προβλήματα της καθημερινότητας. Οι φίλοι δεν είναι ένα καταφύγιο, μια αγκαλιά, μια παρηγοριά;

 

Πώς κρίνετε τον τρόπο που αντιδρούν σήμερα οι πολίτες στα κακώς κείμενα; Επειδή κάθε άλλο παρά δυναμικός και επαναστατικός θα χαρακτηριζόταν.

Η αλήθεια είναι πως ο δυναμισμός και η αποφασιστικότητα απουσιάζουν και μάλιστα αισθητά. Έχω την εντύπωση πως, αν αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μας συνέβαιναν σε μια άλλη ευρωπαϊκή χώρα, τότε η αντίδραση θα ήταν πολύ μεγαλύτερη και ίσως ουσιαστικότερη. Μάλλον αυτό που κυριαρχεί σε μας είναι η υπομονή αλλά και η ανοχή. Δεν ξέρω όμως για πόσο ακόμα! Ίσως η φράση «δεν αντέχουμε άλλο» να μην αργήσει να ειπωθεί…

 

Την ώρα που η κυβέρνηση έκανε «σημαία» την ποσόστωση, βλέπουμε τελικά, για ακόμα μια φορά, ότι οι γυναίκες απουσιάζουν προκλητικά από τα ψηφοδέλτια…

Σημασία για μένα έχουν οι ικανότητες του ατόμου που επιλέγει να ασχοληθεί με τα κοινά και όχι το φύλο του. Σίγουρα οι γυναίκες επιδεικνύουν περισσότερη ευαισθησία, μα αυτό από μόνο του δεν αρκεί. Κατά τη γνώμη μου, από την πλευρά των πολιτικών απαιτούνται ικανότητες αλλά και ειλικρινής θέληση για επίλυση των κοινωνικών και οικονομικών ζητημάτων που μαστίζουν τον τόπο μας.

 

Ποια από τα χαρακτηριστικά των δύο ηρωίδων σάς έχουν συγκινήσει περισσότερο και νιώθετε ότι σας εκφράζουν;

Θα σας έλεγα πως παλαιότερα είχα πολλά κοινά στοιχεία με την ηρωίδα που ερμηνεύω, την Ασπασία. Ήμουν κι εγώ κλεισμένη στον εαυτό μου και παράλληλα φοβισμένη για να μην πληγωθώ από τους ανθρώπους. Ευτυχώς, στην πορεία δούλεψα πολύ με μένα κι έτσι έλυσα πολλά τέτοια προσωπικά θέματα. Από την άλλη, αυτό που κυρίως με συγκινεί στις ηρωίδες είναι ότι θέλουν να αγαπηθούν βαθιά και να γίνουν αποδεκτές γι’ αυτό που πραγματικά είναι. Επίσης, το ότι θέλουν να ξαναγίνουν παιδιά αποκτώντας πάλι τον αθώο και ανέμελο εαυτό τους, εκείνο τον εαυτό που στερήθηκαν με κάποιες επιλογές τους αλλά και με το πέρασμα του χρόνου.

 

Θυμάστε την πρώτη σας επανάσταση ως έφηβη; Για ποιο λόγο την κάνατε;

Φυσικά! Ήμουν κοντά στα δεκαοχτώ, είχα μια διαφωνία με τη μητέρα μου και σηκώθηκα κι έφυγα από το σπίτι! Ήρθα στη γιαγιά μου στην Αθήνα και μάλιστα έπιασα και δουλειά. Έκανα ντουμπλάζ, έδινα δηλαδή τη φωνή μου σε κάποια κινούμενα σχέδια. Πάντοτε όμως ήμουν επαναστατικός χαρακτήρας. Για παράδειγμα, όταν πριν από καιρό αισθάνθηκα καταπιεσμένη, αν και είχα μια στρωμένη καριέρα στην Ελλάδα, έφυγα και πήγα να ζήσω στη Ρώμη. Σημασία, λοιπόν, για μένα έχει η συναισθηματική ισορροπία και η επιθυμία μου να νιώθω αλλά και να είμαι –κατά κάποιον τρόπο– ελεύθερη.

 

Η Θέλμα και η Λουίζ εγκατέλειψαν μια ήσυχη και αναμενόμενη ζωή. Με άλλα λόγια, εγκατέλειψαν το «βόλεμά» τους. Κάποιοι θα τις επαινούσαν γι’ αυτό. Τι είναι όμως πιο δύσκολο: Να προσπαθήσεις ν’ αλλάξεις κάτι ή να ξεφύγεις από αυτό;

Αν ξεφύγεις δεν θα πετύχεις τίποτα παρά μόνο μια παροδική ηρεμία. Εγώ πιστεύω πως η ζωή μας δεν αλλάζει αν το βάλουμε στα πόδια, αλλά αν αλλάξουμε εμείς εσωτερικά. Μόνο όταν αποφασίσεις να ανατρέψεις κάποια δεδομένα, να σηκώσεις «τείχος» εκεί που κρίνεις ότι απαιτείται και να μην επιτρέψεις να προσβληθεί η αξιοπρέπειά σου, τότε και η ζωή σου θα γίνει καλύτερη αλλά κι εσύ θα νιώσεις ουσιαστικά καλά. Αυτά είναι πολύ δύσκολα αλλά τα αποτελέσματά τους, πιστέψτε με, έχουν μεγάλη αξία.

 

Στη δική μας ελληνική πραγματικότητα και καθημερινότητα, με τους φόρους, τις ιδιωτικοποιήσεις, την ανεργία, τη μετανάστευση των νέων, εσείς μπορείτε να κάνετε μια δεύτερη ανάγνωση και να βρείτε, σε όλο αυτό το μπάχαλο, κάτι καλό ή, αν ήταν στο χέρι σας, θα προτιμούσατε να το σκάσετε για να βρεθείτε κάπου αλλού;

Σε καμία περίπτωση δεν θα έφευγα! Όταν το καράβι βουλιάζει, οι επιβάτες εύκολα επιλέγουν να το εγκαταλείψουν. Μα εγώ αυτό το καράβι, δηλαδή τον τόπο μου, τον αγαπάω και θα προσπαθούσα να σωθεί…

 

Πώς δικαιολογείτε τους νέους που φεύγουν μαζικά για το εξωτερικό; Θεωρείτε πως είναι η πλέον ενδεδειγμένη λύση ή θα τους συμβουλεύατε να μείνουν και να προσπαθήσουν να χτίσουν ένα καλύτερο αύριο για όλους;

Όταν μιλάμε για νέες ηλικίες είναι πολύ σεβαστό και ίσως αποδεκτό να φύγει κανείς για να αναζητήσει την τύχη του στο εξωτερικό. Εγώ όμως θεωρώ πως όποιος προσπαθήσει, όπου κι αν προσπαθήσει, θα καταφέρει να πετύχει αυτό που θέλει. Μπορεί η χώρα μας να μην παρέχει πλειάδα ευκαιριών, όμως ο Έλληνας πάντοτε μπορούσε να σπείρει αλλά και να θερίσει σε χωράφια που δεν χαρακτηρίζονται ιδιαιτέρως καρποφόρα. Αξίζει να το κάνει κι αυτή τη φορά!

 

Σε αυτές τις εκλογές θα ψηφίσετε για μια καλύτερη πόλη ή θα δώσετε ψήφο εμπιστοσύνης ή μη στο Μνημόνιο;

Πάντα αντιμετώπιζα τις δημοτικές εκλογές ως καθαρά δημοτικές. Δηλαδή, ψήφιζα με γνώμονα το πρόσωπο του υποψηφίου και όχι το κόμμα που τον στηρίζει. Είμαι, άλλωστε, από τους ανθρώπους που αγαπούν την πόλη τους κι έτσι θα ρίξω το δικό μου κουκί υπέρ ενός υποψηφίου που θα με πείσει πως την αγαπάει και αυτός.

 

Αν στην Αθήνα η ιστορία της άναρχης ανάπτυξης και της αυθαίρετης δόμησης έκανε κουρέλι κάθε απόπειρα πολεοδομικού σχεδιασμού, με σεβασμό στο δημόσιο χώρο τι θα προτείνατε για να αποκτήσει η πόλη αυτή ένα πιο ανθρώπινο πρόσωπο;

Επειδή είναι αδύνατο να γκρεμιστούν όλες αυτές οι πολυκατοικίες, εγώ θα πρότεινα τουλάχιστον να βαφτούν. Από την άλλη, θα πρότεινα να μπει πράσινο σε όποιο τετραγωνικό γης θα μπορούσε να μπει. Θα ήταν μια καλή αρχή για να γίνει η πόλη μας πολύ πιο ανθρώπινη, πιο όμορφη, πιο προσιτή τόσο σε μας όσο και στους επισκέπτες της.

 

Και για να μην γκρινιάζουμε συνεχώς, τι αγαπάτε περισσότερο στην πόλη αυτή που δεν θα αλλάζατε με τίποτα;

Αγαπάω το γεγονός ότι είναι «η πόλη μου». Σε κάθε γωνιά της βρίσκω τον εαυτό μου, τους φίλους μου, τους ανθρώπους μου κι αυτό με κάνει να αισθάνομαι ασφάλεια αλλά και χαρά. Επίσης, με χαροποιεί ιδιαίτερα το γεγονός πως η πρωτεύουσα είναι μια πόλη που συνεχίζει να παράγει πολιτισμό… Είναι χρέος μας, άλλωστε, σε όλα όσα κληρονομήσαμε.

 

Ανακυκλώνετε; Είστε από αυτούς που πετάνε το φαγητό ή από αυτούς που ψάχνουν «έξυπνες» συνταγές για να μην πάει τίποτα χαμένο;

Φυσικά και ανακυκλώνω. Τώρα όσον αφορά στο φαγητό, θα σας έλεγα πως δεν το πετάω σε καμιά περίπτωση, διότι έχω αδέσποτα ζώα υπό την προστασία μου. Γενικότερα φροντίζω να μην πηγαίνει κάτι χαμένο χωρίς όμως αυτό να γίνεται «υστερικό». Αν κάτι δεν το χρειάζομαι, επιλέγω να μην το πετάξω αλλά να το χαρίσω…

 

Ποια είναι η σχέση σας με το Διαδίκτυο; Είναι μια «έλξη» που την παίρνετε μαζί όπου κι αν πάτε;

Όχι ιδιαιτέρως καλή σχέση! Επειδή ξοδεύω πολλές ώρες στον υπολογιστή, μετά δεν έχω όρεξη να κάτσω άλλο μπροστά του. Συνεπώς, χειρίζομαι το Διαδίκτυο μονάχα αν χρειαστεί κάτι να ψάξω, να δω κ.λπ. Δεν χάνω το χρόνο μου σερφάροντας...

 

Για να επανέλθουμε στην τέχνη… Την ίδια στιγμή που στο Γκέτεμποργκ και σε άλλες πόλεις στήνονται φεστιβάλ που καταγράφουν όλα τα καινούρια ρεύματα και μαζεύουν νέους από όλη την Ευρώπη, εμείς συνεχίζουμε για πολλοστή φορά να βλέπουμε σε συναυλία τους Scorpions… Θεωρείτε ότι η σύγχρονη Ελλάδα παράγει πολιτισμό;

Φυσικά και παράγει! Ευτυχώς! Οι Έλληνες είναι άνθρωποι με ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες που σέβονται το καθιερωμένο, μα δέχονται και το καινούριο. Συνεπώς μπορεί, όπως είπατε, να βλέπουμε σε συναυλία τους Scorpions, μα δεν έχουμε κλειστά τα αφτιά μας σε άλλα είδη μουσικής και γενικότερα δεν είμαστε από τους λαούς που μένουμε αυστηρά προσηλωμένοι σε κλασικές αξίες. Εξελισσόμαστε και μέσω του σύγχρονου πολιτισμού μας αυτό το αποδεικνύουμε…

 

Ο ευθύβολος Τσαρούχης είχε στηλιτεύσει κάποτε σ’ ένα κείμενό του: «Αυτό το ελληνικότατο ιδανικό του “εφάμιλλου με το ευρωπαϊκό” που μας βασανίζει ακόμα…» Αλήθεια, πιστεύετε ότι η τέχνη μας πάσχει στην πρωτοτυπία και οργιάζει στη μίμηση;

Νομίζω πως δεν υστερούμε στην πρωτοτυπία. Έχουμε ξεπεράσει εκείνο τον «αρχοντοχωριατισμό» που κάποτε μας χαρακτήριζε. Για παράδειγμα, σε κάποια ελληνικά θέατρα μπορεί κάποιος να δει εξαιρετικές και κυρίως πρωτότυπες παραστάσεις δημιουργημένες από Έλληνες –δηλαδή όχι μεταφρασμένα έργα–, αντάξιες αυτών που ανεβαίνουν σε ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες φημίζονται για τη σύγχρονη θεατρική τους τέχνη.

 

Εσείς γιατί διαλέξατε ένα ξένο έργο και δεν προτιμήσατε ένα σύγχρονο συγγραφέα;

Γιατί το συγκεκριμένο έργο μου άρεσε πολύ και επιπλέον γιατί ένας σύγχρονος συγγραφέας δεν σημαίνει ότι είναι και καλός. Άλλωστε κριτήριό μου είναι να συμμετέχω σε θεατρικές παραστάσεις που εκφράζουν κάτι σπουδαίο και η φιλία που εκφράζεται στο εν λόγω έργο είναι αναμφισβήτητα ένα σπουδαίο κοινωνικό θέμα.

 

Είστε από τους καλλιτέχνες που, εκτός από ηθοποιός και σεναριογράφος, είστε και συγγραφέας. Πώς αισθάνεστε που πρόσφατα ένας από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους της χώρας μας, τα Ελληνικά Γράμματα, έβαλε «λουκέτο»;

Όταν το έμαθα, εξεπλάγην! Είναι κρίμα! Υποθέτω πως, για να έφτασαν τα πράγματα μέχρι εκεί, θα αντιμετώπιζαν δυσκολία επίλυσης εσωτερικών ζητημάτων. Ελπίζω να μην συναντήσουμε άλλα τέτοια φαινόμενα, διότι οι Έλληνες είμαστε ένας λαός που διαβάζει και δεν είναι τυχαίο ότι σε όλη την Ελλάδα υπάρχουν πολλά βιβλιοπωλεία, ενώ στο εξωτερικό τα ψάχνουν με το κιάλι... 

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επίκαιρα: 07/10/10

ΣΧΟΛΙΑ